ΑΠ 687/2018 – ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – Ν 1608/1950 – Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, καθώς δεν απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη αλλά εκδίκασε κατ’ ουσία την έφεση του κατηγορουμένου σαν να ήταν παρών

Αριθμός 687/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα – Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Σ. του Γ., κατοίκου … και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 43/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2017 αίτηση του αναιρέσεως και στους από 15 Σεπτεμβρίου 2017 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …17.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πάρεδρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ.α’ του Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, “Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 εδ.α’ και γ’ του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη”. Ορίζει δε η παρ. 2 εδ.α’ και γ’ του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005, ότι “Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. … Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν”. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθεί ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά δια συνηγόρου, τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, αυτός πλέον θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, “Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση” και κατά το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, “Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 – 338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357 – 363, 366 – 373”. Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α’ ορίζει, ότι “η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας”. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν. 3160/2003, “Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών”. Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι, αν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Αντίθετα, αν ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή με τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο δικηγόρο του κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ’ έφεση δίκης, αλλά εμφανισθεί άλλο πρόσωπο (άγγελος) και υποβάλει αίτημα αναβολής για λογαριασμό του, ακόμη και όταν γίνει δεκτό το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε διά του εμφανισθέντος προς τούτο αγγέλου και αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, κατά την οποία οφείλει να εμφανισθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος χωρίς νέα κλήτευση (βλ. άρθρ. 349 παρ. 6 Κ.Ποιν.Δ.), δεν θεωρείται ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην κατ’ έφεση δίκη για να υποστηρίξει την έφεσή του και η μη εμφάνισή του στην νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο, είτε αυτοπροσώπως, είτε δια εξουσιοδοτημένου να τον εκπροσωπήσει συνηγόρου του, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκδίκαση της υποθέσεώς του σαν να ήταν παρών, αλλά συνεπάγεται, κατ’ άρθρο 501 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., την απόρριψη της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης, λόγω της μη εμφανίσεώς του στην κατ’ έφεση δίκη προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σ.Κ.Ποιν.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση), ή όταν παραλείπει να ασκήσει (αρνητική υπέρβαση) τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Ολ. Α.Π. 3/2005). Έτσι, αν το δικαστήριο, καίτοι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη ή την κρίνει παραδεκτή και την δικάσει κατ’ ουσίαν, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, με δεδομένη και την δικονομική βλάβη του εκκαλούντος, αφού, με την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης ή με την εκδίκαση κατ’ ουσίαν της εφέσεως, αυτός (εκκαλών) στερείται του δικαιώματος για άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που θα είχε, εάν η απόφαση είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 43/2017 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε παραδεκτή και δίκασε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Σ. Σ. του Γ. και τον κήρυξε ένοχο του ότι στην Κομοτηνή, κατά το χρονικό διάστημα από 16/7/1995 έως 13/11/2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος – αποβλέποντας όμως με τις μερικότερες αυτές πράξεις στο συνολικό περιουσιακό του όφελος, που προέκυπτε από αυτές ως αποτέλεσμα – και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και στην συνέχεια με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, για την ανακοίνωση των οποίων είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα συναλλακτικά κατ’ άρθρο 288 Α.Κ. ήθη και λόγω προγενεστέρας κινδυνώδους – αξιόποινης – συμπεριφοράς, το δε συνολικό του όφελος ή η αντίστοιχη απειληθείσα ή προξενηθείσα συνολική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 και των 150.000€, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας εκτελέσεως του εγκλήματος και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου αυτού. Ειδικότερα, δίκασε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και τον κήρυξε ένοχο του ότι, αφού κατάφερε, με την χρήση πλαστού εξ υπαρχής τίτλου σπουδών Β’ βάθμιας εκπαίδευσης και συγκεκριμένα πλαστού εξ υπαρχής απολυτηρίου της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου Κομοτηνής, να διορισθεί σε οργανική θέση μονίμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως στην Δικαστική Φυλακή Κομοτηνής, στη συνέχεια, στην Κομοτηνή, κατά το χρονικό διάστημα από 16/7/1995 έως 13/11/2014, αφενός μεν κατά την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 16/7/1995 έως 28/2/2001, αφετέρου δε την 27η και 13η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 1/3/2001 έως και 13/11/2014, ενώ αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τα συναλλακτικά κατ’ άρθρο 288 Α.Κ. ήθη, καθώς επίσης από την προπεριγραφείσα προγενέστερη κινδυνώδη συμπεριφορά του (και μάλιστα αξιόποινη, συνιστάμενη σε πλαστογραφία υπό την μορφή καταρτίσεως πλαστού με χρήση, απάτη, ψευδή υπεύθυνη δήλωση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως) να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή, ότι λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου κατά τα προεκτεθέντα τίτλου σπουδών εξαρχής δεν είχε δικαίωμα διορισμού στην κατεχόμενη οργανική θέση σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως, αυτός πάντοτε σκοπεύοντας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρασιωπούσε την ανωτέρω αλήθεια, με συνέπεια να του καταβάλλεται κάθε φορά ο προβλεπόμενος για την θέση του μισθός και οι λοιπές αποδοχές, με συνέπεια, δυνάμει της προπεριγραφείσας εξακολουθητικής και μακροχρονίως απατηλής συμπεριφοράς του, κατά το ανωτέρω διάστημα (16/7/1995 13/11/2014), να του καταβληθούν πεπλανημένα και αυτός να εισπράξει ανά 15ήμερο – με ισόποση βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου – μικτές πάσης φύσεως αποδοχές συνολικού ποσού 377.938,05 ευρώ, που καθιστά το αντικείμενο της απάτης που διέπραξε κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της ως άνω αξιόποινης πράξης του και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είχε κληθεί να εμφανιστεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης κατά τη συνεδρίαση της 22ας Δεκεμβρίου 2016, προκειμένου να δικαστεί για την ως άνω κατ’ εξακολούθηση κακουργηματική πράξη. Κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε το όνομα αυτού, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Αντί αυτού εμφανίστηκε, ως άγγελός του, η δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης Σ. Σ. και ζήτησε την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως λόγω σημαντικών αιτίων αναγομένων στο πρόσωπό του (ασθένεια). Το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 349/2016 απόφασή του, αφού δέχθηκε την ύπαρξη σημαντικών αιτίων αναγομένων στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος, ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεώς του, κατά το άρθρο 349 του Κ.Ποιν.Δ., για τη δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2017, κατά την οποία όφειλε να εμφανιστεί ο εκκαλών κατηγορούμενος χωρίς την εκ νέου κλήτευση του, αφού η ως άνω αναβλητική απόφαση επείχε θέση κλητεύσεώς του, κατά την ορισθείσα νέα (ρητή) δικάσιμο. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την έναρξη της διαδικασίας στη νέα, μετ’ αναβολή, συζήτηση της υποθέσεως κατά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 2017, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, δεν εμφανίστηκε ο ίδιος, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά εμφανίσθηκε στο δικαστήριο η δικηγόρος Ροδόπης Φ. Ζ. και ζήτησε, ως άγγελος του εκκαλούντος, την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο Κομοτηνής και αναμενόταν η διάγνωση της πάθησης για την οποία είχε εισαχθεί. Το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση και τη συζήτηση της υποθέσεως για την επόμενη ημέρα, 24η Φεβρουαρίου 2017, και ώρα 9:00 π.μ.. Την επόμενη ημέρα, όταν επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και πάλι δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά εμφανίσθηκε ξανά στο δικαστήριο η δικηγόρος Ροδόπης Φ. Ζ. και ζήτησε, ως άγγελος του εκκαλούντος, την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε εισαχθεί στην ορθοπεδική κλινική του Νοσοκομείου Κομοτηνής και παρέμενε κλινήρης σ’ αυτή. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής ως αβάσιμο και, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, διέκοψε τη συνεδρίαση για την 12η μεσημβρινή ώρα της ίδιας ημέρας, ανακοινώνοντας ταυτοχρόνως στην εμφανισθείσα ως άγγελο του κατηγορουμένου ότι ο τελευταίος, εφόσον το επιθυμούσε, μπορούσε να εκπροσωπηθεί στη δίκη από συνήγορο που θα είχε ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση. Όταν επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση και πάλι ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά εμφανίσθηκε ξανά στο δικαστήριο η δικηγόρος Ροδόπης Φ. Ζ. και δήλωσε, ως άγγελος του εκκαλούντος, ότι τον τελευταίο πρόκειται να εκπροσωπήσει στο δικαστήριο με εξουσιοδότηση, όχι η ίδια, αλλά η δικηγόρος Ροδόπης Σ. Σ., η οποία όμως, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών της υποχρεώσεων, απουσίαζε στον Ίασμο, ευρισκόμενη καθ’ οδόν προς Κομοτηνή, για να προσέλθει στο Δικαστήριο. Ακολούθως, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, θεώρησε εσφαλμένα, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεσή του διά πληρεξουσίου δικηγόρου και, αντί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη λόγω της μη εμφανίσεώς του αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του νομίμως εξουσιοδοτημένου προς τούτο (άρθ. 501 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ.), τον δίκασε σαν να ήταν παρών, εφαρμόζοντας εσφαλμένα, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, την παρ. 4 του άρθρου 501 του Κ.Ποιν.Δ., έκρινε παραδεκτή την έφεση του και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κηρύσσοντάς τον ένοχο κατά τα ανωτέρω. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ. πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, αφού τούτο όφειλε, μετά τη διαπίστωση ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε κλητευθεί νομίμως κατά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 2017, να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. και όχι να προβεί στην κατ’ ουσία εκδίκασή της.
Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ., μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται για υπέρβαση εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή του, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που ασκήθηκαν και κατατέθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 15-9-2017, με το από 15-9-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, και που συνεκδικάζονται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Ποιν.Δ.). Ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 511 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003 (για αυτεπάγγελτη έρευνα παραγραφής από τον Άρειο Πάγο), δεν τίθεται, αφού, κατά την κατηγορία, τις παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι μερικότερες πράξεις της κατ’ εξακολούθηση απάτης από υπάλληλο σε βάρος του Δημοσίου, με συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ και υπό τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας τελέσεως του εγκλήματος και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του, για τις οποίες κατηγορήθηκε και κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 16-7-1995 έως 13-11-2014 και μέχρι και σήμερα, λαμβανομένου υπόψη του ότι το κατ’ εξακολούθηση κακούργημα που τέλεσε με αυτές και για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος απειλείται στο νόμο με ποινή ισόβιας κάθειρξης, δεν έχει παρέλθει από της τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων του, ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 περ. α, 112 και 113 παρ. 2 και 3 εδ. α του Π.Κ. χρόνος παραγραφής και αναστολής της παραγραφής τους, που ανέρχεται συνολικά σε (20 + 5) είκοσι πέντε έτη, και δεν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινό τους με παραγραφή κατά το άρθρο 111 παρ. 1 του Π.Κ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 43/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Scroll to Top