ΑΠ 1481/2019 – ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ , ΠΛΑΣΤΑ ΠΤΥΧΙΑ: Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής

Αριθμός 1481/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Σ. Σ. του Γ., κατοίκου … και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 267/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, με έδρα την Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο Σπυρίδων Μαυρογιάννης, Πάρεδρος ΝΣΚ.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 05.12.2018 και 18.12.2018 αιτήσεις για αναίρεση της απόφασης 267/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης …, Π. Ρ., έλαβαν αριθμούς πρωτοκόλλου 114/2918 και 116/2018, αντίστοιχα και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, τον πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις για αναίρεση της απόφασης 267/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Αναφορικά με την ως άνω δεύτερη (από 18-12-2018) αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα παραδεκτώς ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης …, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτή εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού. Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία, όμως, δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ’ αυτόν από το δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση “διατήρηση πλάνης” δεν εννοείται κατ’ ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του_παραπλανηθέντος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού, δεν συντρέχει περίπτωση κατ’ εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη. Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά της. Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλαδή στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκαλούμενη πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του (ΟλΑΠ 3/27-6-2019). Συνακολούθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης, ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος (ΟλΑΠ 3/27-6-2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, “αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της”. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για κακουργήματα, είναι είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι’ αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και δέκα πέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά, αρχίζει δε αυτή από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των πέντε ετών για τα κακουργήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’, 368 στοιχ. β’ και 511 εδ. γ’ του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 267/2018, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: “Δυνάμει της υπ’ αριθ. 83566/27.7.1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση 185 κενών οργανικών θέσεων του κλάδου ΔΕ Φυλάξεως (165 ανδρών και 20 γυναικών) με εισαγωγικό βαθμό δοκίμου γραφέα και μισθολογικό κλιμάκιο 24ο των φυλακών, σωφρονιστικών και θεραπευτικών καταστημάτων του κράτους. Ο διαγωνισμός επρόκειτο να διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις: (i) του άρθρ. 25 ν. 2145/1993, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρ. 20 Π.Δ. 278/1988 περί Οργανισμού του Υπ. Δικ/νης, (ii) της υπ’ αριθ. 66.908/ΦΕΚ Β’ 459/25.6.1993 κοινής αποφάσεως των Υπ. προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύ νης περί καθορισμού του τρόπου διεξαγωγής του ανωτέρω διαγωνισμού, της εξεταστέας ύλης και κάθε άλλης σχετικής λεπτομέρειας, καθώς επίσης (iii) σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω προκηρύξεως, από τριμελή επιτροπή υπηρεσιακών παραγόντων του Υπ. Δικαιοσύνης με γραμματέα και βοηθό γραμματέα. Κάθε ενδιαφερόμενος έπρεπε να υποβάλλει εμπροθέσμως στην Διεύθυνση Προσωπικού του Υπ. Δικ/νης αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό δηλώνοντας τα στοιχεία ταυτότητάς του και τα προσόντα του, μεταξύ των οποίων τον τίτλο σπουδών του, καθώς επίσης το έτος και την ημερομηνία κτήσεως αυτού και επισυνάπτοντας τα ειδικώς καθορισμένα – απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων προβλεπόταν το απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή απολυτήριο άλλης ισότιμης σχολής Β’ βάθμιας γενικής εκπαιδεύσεως (βλ. το άρθρ. 25 ν. 2145/93, το άρθρ. 2 § 2 της ανωτέρω ΚΥΑ 66908/1993 και την § 2 στ’ της προκηρύξεως), ενώ ρητά προβλεπόταν ότι η αίτηση επείχε θέση και υπεύθυνης δηλώσεως (βλ. το άρθρ. 2 § 1 της ανωτέρω ΚΥΑ και την § 3 της προκηρύξεως), οπότε γινόταν ευθεία παραπομπή, σε περίπτωση αναληθούς αιτήσεως, στην επιβολή των πλημμεληματικών ή αναλόγως κακουργηματικών κυρώσεων των άρθρ. 8 και 22 § 6 ν. 1599/86, όπως το τελευταίο αντικ. με το άρθρ. 2 § 13 ν. 2479/1997. Ακολούθως μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό η τριμελής επιτροπή έπρεπε να ελέγξει αυτές, αποκλείοντας με αιτιολογημένη απόφαση όσους δεν είχαν υποβάλει πλήρη δικαιoλογητικά ή δεν συγκέντρωσαν τα νόμιμα προσόντα και τοιχοκολλώντας στο Υπ. Δικ/νης, αφενός μεν πίνακα με τα ονοματεπώνυμα όσων έγιναν δεκτοί στον διαγωνισμό, αφετέρου δε πίνακα με τα ονοματεπώνυμα των αποκλεισθέντων (βλ. άρθρ. 3 της ανωτέρω ΚΥΑ 66908/1993). Ο διαγωνισμός περιλάμβανε την προφορική δοκιμασία των υποψηφίων και την βαθμολογία τους από κάθε μέλος της Επιτροπής σε καθορισμένα κεφάλαια του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 1851/1989), ενώ η Επιτροπή έπρεπε εν τέλει να καταρτίσει και να τοιχοκολλήσει στο Υπ. Δικ/νης, αφενός μεν κατά σειρά βαθμολογίας πίνακα επιτυχόντων, όσων δηλ. είχαν συγκεντρώσει κατά μέσο όρο 100-51 μονάδες, αφετέρου δε πίνακα αποτυχόντων, εκ των οποίων ο πρώτος ύστερα από έλεγχο νομιμότητος έπρεπε να κυρωθεί από τον Υπ. Δικαιοσύνης (βλ. άρθρ. 4 § 4,5 και 6 § 1 της ανωτέρω ΚΥΑ 66908/1993). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρ. 56 § 2 του τότε ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977, βλ. ήδη ομοία ρύθμιση στο τώρα ισχύον άρθρ. 20 § 2 ν. 3528/2007 περί δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα) “Διορισμός γενόμενος κατά παράβασιν του νόμου ανακαλείται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, μη δυναμένου, προκειμένου περί υπαλλήλου διορισθέντος κατόπιν διαγωνισμού, να υπερβεί την διετίαν από της δημοσιεύσεώς του. Ανακαλείται όμως και μετά την παρέλευσιν της προθεσμίας τούτης, εάν ο διορισθείς προκάλεσεν ή υπεβοήθησε την παρανομίαν…”. Ο κατηγορούμενος Σ. Σ. του Γ., γεννηθείς το έτος 1964, ήδη συνταξιούχος του Δημοσίου, κάτοικος …, διαθέτοντας μόνο ενδεικτικό της πρώτης τάξεως Λυκείου, προκειμένου να συμμετάσχει στον ανωτέρω διαγωνισμό, ύστερα από σχετική συμφωνία με άγνωστο στην ανάκριση άτομο στην Θεσ/νίκη και έναντι αμοιβής 10.000 δραχμών, προμηθεύτηκε, όπως ο ίδιος έχει ομολογήσει, το εξ υπαρχής καταρτισθέν πλαστό υπ’ αριθ. πρωτοκ. …07/16-6-1983 και υπ’ αριθ. μητρ. μαθητών …37 απολυτήριο της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …ς, με γενικό βαθμό 15 και 2/10 και διαγωγή κοσμιωτάτη, φέρον μη γνήσιες σφραγίδες της Διευθύνσεως Β’ βάθμιας Εκπ/σεως Ν. … και κατ’ ελευθέρα απομίμηση των γνησίων τις υπογραφές της Διευθύντριας του Λυκείου και του συντάκτη του απολυτηρίου με δυσανάγνωστα επώνυμα, καθώς επίσης τρεις μη γνήσιες υπογραφές καθηγητών. Ακολούθως στις 29.3.1994 συνέταξε και υπέβαλε στην αρμόδια διεύθυνση του Υπ. Δικ/νης την παραληφθείσα στις 1.4.1994 αίτηση συμμετοχής του στον ανωτέρω διαγωνισμό, δηλώνοντας ψευδώς σ’ αυτήν ότι διαθέτει το από 16.6.1983 απολυτήριο Λυκείου και επισυνάπτοντας σ’ αυτήν μεταξύ των απαιτούμενων δικαιολογητικών και το προαναφερθέν εξ υπαρχής πλαστό απολυτήριο, την πλαστότητα του οποίου ουδόλως αντιλήφθηκε η Επιτροπή του διαγωνισμού κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών, αλλά παραπλανηθείσα το θεώρησε γνήσιο και συνεπώς αληθή την αίτηση – υπεύθυνη δήλωση του τότε υποψηφίου και ήδη κατηγορουμένου, με συνέπεια αυτός να μην συμπεριληφθεί όπως έπρεπε στον υπ’ αριθ. 3/6-7-1994 πίνακα των αποκλεισθέντων (ελλείψει των νόμιμων προσόντων ή δικαιολογητικών) από τον διαγωνισμό, αλλά να συμπεριληφθεί στον έτερο από 6.7.1994 πίνακα όσων υποψηφίων έγιναν δεκτοί, να λάβει βαθμολογική σειρά 55ου επιτυχόντος μεταξύ των συνυποψήφιων του κατά την προφορική δοκιμασία ενώπιον της Επιτροπής Διαγωνισμού και να διορισθεί στην Δικαστική Φυλακή …δυνάμει της υπ’ αριθ. 32567/οικ/.17-4-1995/ ΦΕΚ Γ’93/18.4.1995 αποφάσεως του επίσης κατά τα προεκτεθέντα παραπλανηθέντος Υπ. Δικ/νης, η οποία του ανακοινώθηκε νομίμως και ανέλαβε καθήκοντα από 1.5.1995 δικαιούμενος έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του λήψη μισθού και λοιπών αποδοχών μονίμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Φυλάξεως, στις οποίες συνολικά απέβλεψε εξαρχής. Στην συνέχεια, ενώ ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ. ήθη, ενόψει του κινδύνου επελεύσεως ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας σε βάρος του Δημοσίου, κα¬θώς επίσης από την προπεριγραφείσα ως άνω προγενέστερη κινδυνώδη συμπεριφορά του και μάλιστα αξιόποινη (συνιστάμενη σε πλαστογραφία με χρήση, απάτη, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και ψευδή υπεύθυνη δήλωση, πράξεις οι οποίες – όλες – είχαν ήδη κατά την έκδοση του υπ’ αριθ. 208/15 παραπεμπτικού βουλεύματος υποκύψει σε παραγραφή), αφενός μεν την 1η και 16η κάθε μήνα κατά το διάστημα 1.5.1995 έως 28.2.2001, αφετέρου δε την 27η και 13η κάθε μήνα κατά το διάστημα από 1η.3.2001 έως και 13η.11.2014, (επιδοθείσης στις 11.12.2014 της ανακοινώσεως του Υπουργείου Δικ/νης περί ανακλήσεως του διορισμού του), δηλ. καθ’ όλο το διάστημα που ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές του ως μόνιμος σωφρονιστικός υπάλληλος, (ενώ λοιπόν είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση) να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή, ότι λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου τίτλου σπουδών (απολυτηρίου λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή άλλης ισότιμης σχολής Β’ βάθμιας γενικής εκπαιδεύσεως) εξαρχής δεν είχε δικαίωμα διορισμού στην κατεχόμενη οργανική θέση του κλάδου ΔΕ Φυλάξεως φυλακών, σωφρονιστικών και θεραπευτικών καταστημάτων του Κράτους, αυτός πάντοτε σκοπεύοντας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρασιωπούσε την ανωτέρω αλήθεια, με συνέπεια να του καταβάλλεται κάθε φορά ο μισθός και οι λοιπές αποδοχές του μονίμου σωφρονιστικού υπαλλήλου κλάδου ΔΕ Φυλάξεως. Έτσι, δυνάμει της προπεριγραφείσης εξακολουθητικής και μακροχρονίως απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, κατά το διάστημα 1.5.1995 έως 30.11.2014 του καταβλήθηκαν πεπλανημένα και αυτός εισέπραξε ανά 15ήμερο – με ισόποση βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου – μικτές πάσης φύσεως αποδοχές συνολικού ποσού 379.392,87 ευρώ. Από το ποσό αυτό αφαιρέθηκε ήδη με το υπ’ αριθ. 208/15 παραπεμπτικό βούλευμα το ποσό των 1.177,31 €, που αντιστοιχεί στις αποδοχές του κατηγορουμένου κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 1995, επειδή οι αντίστοιχες μερικότερες πράξεις απάτης θεωρήθηκαν παραγεγραμμένες, οπότε η συνολική ζημία του Δημοσίου από τις μη παραγραφείσες λοιπές μερικότερες πράξεις καθορίστηκε στο ποσό των 378.215,56 €, το οποίο καθιστά το αντικείμενο της απάτης σε βάρος του Δημοσίου πράγματι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Οι προπεριγραφείσες πράξεις κατάρτιση του πλαστού τίτλου σπουδών του κατηγορουμένου και παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων, καθώς επίσης, ο επακόλουθος παράνομος διορισμός του, αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά, όταν δυνάμει των υπ’ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ. 33906/16.12.2013 και ΔΙΔΑΔ/Φ.34/ 45/2843/20.3.14 εγκυκλίων του Υπουργείου Δκτ/κής Μεταρυθμ. και Ηλεκτρον. Διακυβέρνησης το Υπ. Δικ/νης ζήτησε με το υπ’ αριθ. 34547/11.4.14 έγγραφό του αρμοδίως την διασταύρωση της γνησιότητας του προσκομισθέντος στις 29.3.1994 από τον κατηγορούμενο τίτλου σπουδών του, οπότε η Δ/νση Β’ βάθμιας Εκπ/σεως Ν. …ς απάντησε με το υπ’ αριθ. Φ.21.1/3506/29-5-14 έγγραφό της, ότι ουδέποτε είχε εκδοθεί απολυτήριος τίτλος για τον κατηγορούμενο από το πρώην Τεχν. και Επαγγελμ. Λύκειο … και ήδη 1ο ΕΠΑΛ …. Έτσι ο κατηγορούμενος κληθείς σε σχετική ακρόαση από το Υπ. Δικ/νης/Δνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Δ/κής Υποστηρίξεως παραδέχθηκε πως δεν διέθετε γνήσιο απολυτήριο λυκείου κατά την πρόσληψή του (βλ. το από 7.10.14 πρακτικό ακροάσεώς του), οπότε ο Υπ. Δικ/νης δυνάμει της υπ’ αριθ. 76.334/25-11-2014 (ΦΕΚ Γ’ 1645/9-12-14) αποφάσεώς του ανακάλεσε – λόγω πλαστότητας του υποβληθέντος τίτλου σπουδών – σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 20 § 2 ν. 3528/2007 και το άρθρο 28 ν. 4305/ΦΕΚ A’ 237/31.10.14 τον διορισμό του κατηγορουμένου, στον οποίο η σχετική υπ’ αριθ. 99501/10-12-2014 ανακοίνωση επιδόθηκε στις 11.12.2014. Ήδη όμως ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την προαναφερθείσα από 7.10.14 ακρόασή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε προλάβει και είχε υποβάλει στις 9.10.14 και στις 27.10.14, αντιστοίχως, την πρώτη και δεύτερη δήλωση παραιτήσεώς του, οπότε εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρ. 147,148 και 156 ν. 3528/2007 (δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας) η σχετική υπ’ αριθ. 88404/18-12-2014 διαπιστωτική πράξη του Διευθυντή Οργάν. και Λειτουργ. Κατ/των Κράτησης του Υπ. Δικ/νης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Γ’ 1655/10-12-2014 και ακολούθως η εκδοθείσα από τον ίδιο Δντή υπ’ αριθ. 99578 οικ./23-12-2014 σχετική ανακοίνωση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο τις 9.1.15. Είναι σαφές ότι ο προεκτεθείς διορισμός του κατηγορουμένου σε οργανική θέση μόνιμου σωφρονιστικού υπαλλήλου κλάδου ΔΕ Φυλάξεως του Υπ. Δικ/νης, καίτοι αυτός ουδέποτε είχε αποφοιτήσει από λύκειο ή εξατάξιο γυμνάσιο κ.λ.π, ήταν προδήλως παράνομος όντας αντίθετος, αφενός μεν στα άρθρα 25 ν. 2145/93 και 2 § 2 της κοινής υπ’ αριθ. 66908/ΦΕΚ Β’459/25.6.1993 αποφάσεως των Υπ. Προεδρίας της Κυβερν. και Δικ/νης, αφετέρου δε στο άρθρ. 2 § 1 της ίδιας αποφάσεως που καθιέρωσε το καθήκον αλήθειας κάθε υποψηφίου σε διαγωνισμό προσλήψεως σωφρονιστικών υπαλλήλων, όσον αφορά την αίτηση συμμετοχής, η οποία επείχε θέση υπεύθυνης δηλώσεως (βλ. το εδάφιο Γ.1. της παρούσης πρότασης). Με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε δολίως την ανωτέρω παρανομία χρησιμοποιώντας εν γνώσει του πλαστό πιστοποιητικό σπουδών και δηλώνοντας στην αίτηση προσλήψεώς του ρητά υπευθύνως, πλην όμως ψευδώς, ότι διέθετε δήθεν το απαιτούμενο απολυτήριο λυκείου, που είχε δήθεν εκδοθεί στις 15.6.1993, είναι σαφές ότι η περίπτωσή του υπαγόταν στο προεκτεθέν άρθρ. 20 § 2 ν. 3528/2007 και συνεπώς ότι ο εκ δόλου του ιδίου παράνομος διορισμός του ανακαλείτο από την Διοίκηση, ύστερα από ακρόαση αυτού και αιτιολογημένη κρίση (Σ.τ.Ε 719/15, 612/12, 3423/08, 2742/05) οποτεδήποτε, χωρίς χρονικό περιορισμό, όσος χρόνος δηλαδή και αν είχε περάσει από την πάροδο διετίας από την δημοσίευση της πράξεως διορισμού. Έτσι νομίμως ανακλήθηκε, όπως υποχρεωτικά όφειλε, ο διορισμός του κατηγορουμένου ύστερα από 20 σχεδόν έτη από τον αρμόδιο προς τούτο Υπουργό Δικ/νης, η ανάκληση δε αυτή εξαφανίζει αναδρομικώς (ex tunc) τον παράνομο διορισμό, ανατρέχουσα στον χρόνο της εκδόσεώς του και αποκαθιστώσα την προ της εκδόσεως του διορισμού νομική κατάσταση, επιβαλλόμενης υποχρεωτικώς της αναζητήσεως από πλευράς του Υπ. Δικ/νης των κακοπίστως εισπραχθεισών πάσης φύσεως συνολικών αποδοχών του κατηγορουμένου και συνεπώς εκδιδομένης προς τούτο σε βάρος του αιτιολογημένης μονομερούς ατομικής διοικητικής πράξεως καταλογισμού ποσού 379.392,876, κατά της οποίας μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο Τριμ. Διοικ. Εφ. (βλ. Σ.τ.Ε 895/2002, 3667/1992, 3424/1988, 15/1978, 925/1975, 2361/1968 και 3117/1964 – Ελ.Συν. 2775/2009, ΕΔΔΔΔ 2010, 188 – Γνμδ. Ολομ. Ν.Σ.Κ 280/2016, Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ – Γνμδ. Ν.Σ.Κ [Β’ Τμ.] 163 και 43/2016, Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ-Ε. Σ., “Εγχειρίδιο Δκτικού Δικαίου”, 1982, §181, σελ. 178 – Α.Τ., “Ελλην. Δκτικό Δίκαιο”, 1985, σελ. 299/300 – Πρ. Π., “Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός στο Δημόσιο Δίκαιο”, ΝοΒ 1998,145 επ. ιδίως 155, 156 επ., 159, 163επ.). Άλλωστε, ούτε εξ’ απόψεως αστικού δικαίου θα ήταν δυνατή η διακράτηση από τον παρανόμως εργασθέντα των αχρεωστήτως καταβληθέντων δυνάμει της άκυρης εργασιακής σχέσεως, αφού η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, οπότε δεν υφίσταται νόμιμη αιτία εκ συμβάσεως που θα εκώλυε την αναζήτηση από πλευράς του Δημοσίου κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (άρθρ. 904 επ. Α.Κ.). Ούτε η ισχύουσα επί ακύρων διαρκών αμφοτεροβαρών σχέσεων θεωρία περί ανταλλάγματος (Μ. Σ., “Γεν. Ενοχ. Δ.”, 2004, αριθμ. 67 επ.) μπορεί να επιτρέψει στον παρανόμως εργασθέντα την διακράτηση του μισθού, επειδή δήθεν η πραγματική παροχή της εργασίας του αποτελεί το αντάλλαγμα που δικαιολογεί την διακράτηση, διότι τέτοια ένσταση θα ήταν καταχρηστική κατ’ άρθρ. 281 Α.Κ, αφού προσκρούει στην ειδικότερη αρχή του “nemo auditor, propriam turpitudinem allegans” (=ουδείς εισακούγεται επικαλούμενος την εαυτού φαυλότητα) ειδικές εφαρμογές της οποίας απαντούν στα άρθρα 207, 255 και 907 Α.Κ, αλλά και στην exceptio doli generalis (=ένσταση του γενικού δόλου), για τις οποίες βλ. ΣΗΜΑΝΤΗΡΑ “Γεν. Αρχ. του Αστ. Δ.”, τ. Α’, 1977, σελ. 178, 170, 176. Δηλ. δεν είναι δυνατό ο εξαπατήσας το Δημόσιο και δολίως “προσληφθείς” να μπορεί βασίμως να επικαλεσθεί το γεγονός ότι παρείχε εργασία, ενώ ο ίδιος καλώς γνώριζε ότι κατέλαβε λάθρα και με δόλια μέσα την εργασιακή του θέση (Ν. ΔΕΛΗΔΗΜΟΣ, Π.Χρ. ΞΔ 475, ιδίως 477), χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για να ανταποκριθεί σε νομοθετημένες συγκεκριμένες ανάγκες και επιδιώξεις του Δημοσίου, ενόψει μόνο των οποίων το τελευταίο κατέβαλε τις συγκεκριμένες αποδοχές λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψει ότι κάποιος άλλος, που διέθετε πράγματι τα νόμιμα τυπικά προσόντα θα προσλαμβανόταν στη θέση του κατηγορουμένου, που παρανόμως είχε απο¬κτήσει το απολυτήριο του Λυκείου. Εξάλλου, το φυλακτικό προσωπικό των φυλακών επιτελεί σημαντικότατο ρόλο στην καθημερινή μεταχείριση και τον εν γένει σωφρονισμό των κρατουμένων και συνεπώς πρέπει να διαθέτει όσο το δυνατόν περισσότερα – κυρίως πνευματικά – προσόντα, πλην όμως επειδή δεν εκδηλώνουν σχετικό ενδιαφέρον πολλοί πτυχιούχοι Α.Ε.Ι, ο νομοθέτης κατ’ αδήριτη ανάγκη έθεσε για τον διορισμό σε αντίστοιχη θέση ένα κατώτατο μεν, πλην όμως ανυπέρβλητο κατώφλι (απολυτήριο Λυκείου κ.λ.π.). Εάν κάποιος δεν διαθέτει τουλάχιστον αυτό το προσόν, δεν πρέπει και δεν μπορεί, λόγω της ειδικής του αρμοδιότητας ως σωφρονιστικός υπάλληλος, να αντιμετωπίσει τις δύσκολες καταστάσεις φύλαξης των κρατουμένων, από την παραβατικότητα των οποίων ο ίδιος λίγο διαφέρει, αφού ξεκίνησε την αποστολή του με τέλεση σωρείας σοβαρών αξιοποίνων πράξεων (ανεξαρτήτως παραγραφής κάποιων εξ αυτών). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της απάτης από υπάλληλο σε βάρος του Δημοσίου κατ’ εξακολούθηση με συνολική ζημία υπερβαίνουσα τα 150.000 €, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας εκτελέσεως του εγκλήματος και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού δυνάμει της προπεριγραφείσας εξακολουθητικής και μακροχρονίως απατηλής συμπεριφοράς του κατά το διάστημα από 16.7.1995 μέχρι 13.11.2014 του καταβλήθηκαν πεπλανημένα και αυτός εισέπραξε ανά 15ήμερο – με ισόποση βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου – μικτές πάσης φύσεως αποδοχές, συνολικού ποσού 377.938,05 €, που καθιστά το αντικείμενο της απάτης εις βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή σ’ αυτόν αποδοχών της θέσεως, που παρανόμως κατέλαβε ισοσταθμίστηκε από την παροχή της μη νόμιμης εργασίας του και επομένως ότι δεν έχει τελεστεί το έγκλημα της απάτης, καθώς και της παραγραφής του αποδιδόμενου σ’ αυτόν εγκλήματος, που κατά του ισχυρισμούς του τελέστηκε άπαξ και μόνο στις 29.3.1994, οπότε και αυτός υπέβαλε το πλαστό απολυτήριο στην αρμόδια επιτροπή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη….”. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις της ειλικρινούς μεταλείας και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. δ’ και ε’ Π.Κ.), για την αξιόποινη πράξη της της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ και με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας εκτέλεσης της πράξης και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου αυτού, για την οποία του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο, Σ. Σ. του Γ., ένοχο του ότι: Στην …., κατά το χρονικό διάστημα 16.7.1995 έως 13.11.2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος-αποβλέποντας όμως με τις μερικότερες αυτές πράξεις στο συνολικό περιουσιακό του όφελος, που προέκυπτε από αυτές ως αποτέλεσμα – και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και στην συνέχεια με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, για την ανακοίνωση των οποίων είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα συναλλακτικά κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ. ήθη και λόγω προγενεστέρας κινδυνώδους-αξιόποινης – συμπεριφοράς, το δε συνολικό του όφελος ή η αντίστοιχη απειληθείσα ή προξενηθείσα συνολική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 και των 150.000 €, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας εκτελέσεως του εγκλήματος και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου αυτού. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας θέσει υποψηφιότητα για πρόσληψη με διαγωνισμό κατά βαθμολογική σειρά σε μία από τις προκηρυχθείσες 185 κενές οργανικές θέσεις σωφρονιστικών υπαλλήλων του κλάδου Φυλάξεως ΔΕ (δηλ. Β’ βάθμιας Εκπ/σεως), για τις οποίες προβλεπόταν ρητά στο νόμο και στην υπ’ αριθ. 83.566/27.7.1993 προκήρυξη των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης ως απαραίτητο – μεταξύ άλλων η κατοχή και η προσκομιδή απολυτηρίου λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή άλλης ισότιμης σχολής Β’ βάθμιας γενικής εκπαιδεύσεως και έχοντας, αφενός μεν ρητά ψευδώς δηλώσει στην από 29.3.1994 σχετική αίτησή του – υπεύθυνη δήλωση, ότι διαθέτει ως τίτλο σπουδών απολυτήριο λυκείου κτηθέν στις 16.6.1983, αφετέρου δε (έχοντας) επισυνάψει σε αυτήν το εν γνώσει του καταρτισθέν εξ υπαρχής πλαστό υπ’ αριθ. πρωτ. 107/16.6.1983 και υπ’ αριθ. μητρ. μαθητών ….37 απολυτήριο της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου ….. με γενικό βαθμό 15 και 2/10, το οποίο είχε προμηθευτεί στα μέσα Μαρτίου 1994 από άγνωστο άτομο, αντί τιμήματος 10.000 δρχ., παρέστησε ψευδώς, αφενός μεν στην τριμελή Επιτροπή των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την διενέργεια του διαγωνισμού, η οποία ήταν αρμόδια να καταρτίσει, ύστερα από έλεγχο των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, πίνακα των αποκλεισθέντων από τον διαγωνισμό υποψηφίων και πίνακα όσον έγιναν δεκτοί να συμμετάσχουν σ’ αυτόν, καθώς επίσης εν τέλει πίνακες αποτυχόντων και επιτυχόντων κατά βαθμολογική σειρά, αφετέρου δε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος ύστερα από έλεγχο νομιμότητας επρόκειτο να κυρώσει τον τελευταίο εκδίδοντας απόφαση διορισμού των επιτυχόντων, ότι είχε δήθεν αποφοιτήσει από την Γ’ τάξη του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …..και ότι δήθεν ως εκ τούτου είχε λάβει το υπ’ αριθ. 107/16.6.1983 γνήσιο απολυτήριο και έτσι τους έπεισε πως διέθετε τον απαιτούμενο ως απαραίτητο προσόν διορισμού τίτλο σπουδών, με συνέπεια να καταταγεί κατά σειρά βαθμολογίας 55ος στον κυρωθέντα πίνακα επιτυχόντων και να διορισθεί σε οργανική θέση μονίμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως στην Δικαστική Φυλακή …. δυνάμει της υπ’ αριθ. 32.567/οικ./17.4.1995/ΦΕΚ Γ’ 93/18.4.1995 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία του ανακοινώθηκε νομίμως και ανέλαβε καθήκοντα από 1.5.1995 δικαιούμενος έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του τον προβλεπόμενο εκάστοτε και ανάλογο μισθό και λοιπές αποδοχές. Στην συνέχεια στην …., κατά το χρονικό διάστημα 16.7.1995 έως 13.11.2014, αφενός μεν κατά την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 16.7.1995 έως 28.2.2001, αφετέρου δε την 27η και 13η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 1.3.2001 έως και 13.11.2014, ενώ ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τα συναλλακτικά κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ. ήθη, καθώς επίσης από την προπεριγραφείσα προγενέστερη κινδυνώδη συμπεριφορά του (και μάλιστα αξιόποινη, συνιστάμενη σε πλαστογραφία υπό την μορφή καταρτίσεως πλαστού με χρήση, απάτη, ψευδή υπεύθυνη δήλωση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως) να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή, ότι λόγω. ελλείψεως του απαιτούμενου κατά τα προεκτεθέντα τίτλου σπουδών εξαρχής δεν είχε δικαίωμα διορισμού στην κατεχόμενη οργανική θέση σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως, αυτός πάντοτε σκοπεύοντας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρασιωπούσε την ανωτέρω αλήθεια, με συνέπεια να του καταβάλλεται κάθε φορά ο προβλεπόμενος για την θέση του μισθός και οι λοιπές αποδοχές. Έτσι δυνάμει της προπεριγραφείσης εξακολουθητικής και μακροχρονίως απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω διάστημα (16.7.1995 – 13.11.2014), του καταβλήθηκαν πεπλανημένα και αυτός εισέπραξε ανά 15ήμερο – με ισόποση βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου – μικτές πάσης φύσεως αποδοχές συνολικού ποσού 377.938,05 ευρώ, που καθιστά το αντικείμενο της απάτης σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας”. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ο αληθής χρόνος τέλεσης της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν η 1η-4-1994, κατά την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης την από 29-3-1994 αίτησή του για συμμετοχή αυτού στο διαγωνισμό, που είχε προκηρυχθεί, δυνάμει της κοινής απόφασης 83566/27-7-1993 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης, για την πλήρωση 185 κενών οργανικών θέσεων του κλάδου ΔΕ Φύλαξης (165 ανδρών και 20 γυναικών) με εισαγωγικό βαθμό δοκίμου γραφέα και μισθολογικό κλιμάκιο 24ο των φυλακών, σωφρονιστικών και θεραπευτικών καταστημάτων του Κράτους και έτσι παρέστησε ψευδώς, αφενός μεν στην Τριμελή Επιτροπή των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη διενέργεια του διαγωνισμού, η οποία ήταν αρμόδια να καταρτίσει, ύστερα από έλεγχο των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, πίνακα των αποκλεισθέντων από το διαγωνισμό υποψηφίων και πίνακα όσων έγιναν δεκτοί για να συμμετάσχουν σ’ αυτόν, καθώς επίσης και πίνακα αποτυχόντων και πίνακα επιτυχόντων κατά βαθμολογική σειρά, αφετέρου δε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος, ύστερα από έλεγχο της νομιμότητας, επρόκειτο να κυρώσει τον τελευταίο εκδίδοντας απόφαση διορισμού των επιτυχόντων, ότι είχε αποφοιτήσει δήθεν από την Γ’ τάξη του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …. και ότι ως εκ τούτου είχε λάβει δήθεν το υπ’ αριθμ. …07/16-6-1983 με αριθμ. μητρ. μαθητών ….37 γνήσιο απολυτήριο της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …..ς με γενικό βαθμό 15 και 2/10, και έτσι τους έπεισε ότι διέθετε τον απαιτούμενο, ως απαραίτητο προσόν διορισμού, τίτλο σπουδών, με συνέπεια να καταταχθεί κατά σειρά βαθμολογίας 55ος στον κυρωθέντα πίνακα επιτυχόντων και να διορισθεί σε οργανική θέση μόνιμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φύλαξης στη Δικαστική Φυλακή …. δυνάμει της υπ’ αριθμ. 32.567/οικ./17-4-1995 (ΦΕΚ Γ’ 93/18-4-1995 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία του ανακοινώθηκε νόμιμα και ανέλαβε καθήκοντα από 1-5-1995 δικαιούμενος έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του τον προβλεπόμενο εκάστοτε και ανάλογο μισθό και τις λοιπές αποδοχές, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Η απατηλή του συμπεριφορά, με βάση τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκδηλώθηκε άπαξ την 1η-4-1994, οπότε τελέστηκε η πράξη της απάτης με θετική ενέργεια και όχι εξακολουθητικά, με παρασιώπηση της αλήθειας, μετά την πρόσληψή του, οπότε εκδηλώθηκαν οι επιζήμιες για το Ελληνικό Δημόσιο συνέπειες της αξιόποινης πράξης του, αφού, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, μετά την αρχικώς προκληθείσα πλάνη δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προερχόμενης από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης. Επομένως, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη (κακούργημα) της απάτης φέρεται ότι τελέστηκε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, την 1η-4-1994, έκτοτε δε έχει ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την εικοσιπενταετία και, συνεπώς, το αξιόποινο της πράξης αυτής έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε, τόσο με βάση τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο της τέλεσης της εν λόγω πράξης, ήτοι τη διάταξη της δεύτερης περίπτωσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του καταργηθέντος, από την 1η-7-2019, Νόμου 1608/1950 [με το άρθρο 462 του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019)], με βάση την οποία ο χρόνος παραγραφής για την εν λόγω πράξη ήταν είκοσι πέντε (20+5) έτη ή την ηπιότερη διάταξη της πρώτης περίπτωσης της ίδιας παραγράφου, με βάση την οποία ο χρόνος παραγραφής για την εν λόγω πράξη ήταν είκοσι (15+5) έτη, όσο και με βάση την ήδη ισχύουσα, από την 1η-7-2019, ηπιότερη ως προς την προβλεπόμενη ποινή σε σχέση με την πρώτη και δυσμενέστερη σε σχέση με τη δεύτερη, διάταξη του άρθρου 386 παρ. 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, με βάση την οποία ο χρόνος παραγραφής για την εν λόγω πράξη είναι είκοσι πέντε (20+5) έτη. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα και, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και η από 18-12-2018, με αριθμό 116/2018, αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η αίτηση αυτή και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη της απάτης, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, λόγω παραγραφής, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προαναφερόμενη απόφαση, με αριθμό 267/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Σ. Σ. του Γ., κατοίκου …, για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην …. την 1η-4-1994, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με την υποβολή από αυτόν στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της από 29-3-1994 αίτησής του για συμμετοχή αυτού στο διαγωνισμό, που είχε προκηρυχθεί, δυνάμει της κοινής απόφασης 83566/27-7-1993 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης, για την πλήρωση 185 κενών οργανικών θέσεων του κλάδου ΔΕ Φύλαξης (165 ανδρών και 20 γυναικών) με εισαγωγικό βαθμό δοκίμου γραφέα και μισθολογικό κλιμάκιο 24ο των φυλακών, σωφρονιστικών και θεραπευτικών καταστημάτων του Κράτους και την ψευδή παράσταση, αφενός μεν στην Τριμελή Επιτροπή των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη διενέργεια του διαγωνισμού, η οποία ήταν αρμόδια να καταρτίσει, ύστερα από έλεγχο των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, πίνακα των αποκλεισθέντων από το διαγωνισμό υποψηφίων και πίνακα όσων έγιναν δεκτοί για να συμμετάσχουν σ’ αυτόν, καθώς επίσης και πίνακα αποτυχόντων και πίνακα επιτυχόντων κατά βαθμολογική σειρά, αφετέρου δε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος, ύστερα από έλεγχο της νομιμότητας, επρόκειτο να κυρώσει τον τελευταίο εκδίδοντας απόφαση διορισμού των επιτυχόντων, ότι είχε αποφοιτήσει δήθεν από την Γ’ τάξη του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …. και ότι ως εκ τούτου είχε λάβει δήθεν το υπ’ αριθμ. …07/16-6-1983 και με αριθ. μητρ. μαθητών ….37 γνήσιο απολυτήριο της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου Κομοτηνής με γενικό βαθμό 15 και 2/10, το οποίο είχε προμηθευτεί στα μέσα Μαρτίου 1994 από άγνωστο άτομο, αντί τιμήματος 10.000 δραχμών, και έτσι τους έπεισε ότι διέθετε τον απαιτούμενο, ως απαραίτητο προσόν διορισμού, τίτλο σπουδών, με συνέπεια να καταταχθεί κατά σειρά βαθμολογίας 55ος στον κυρωθέντα πίνακα επιτυχόντων και να διορισθεί σε οργανική θέση μόνιμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φύλαξης στη Δικαστική Φυλακή …. δυνάμει της υπ’ αριθμ. 32.567/οικ./17-4-1995 (ΦΕΚ Γ’ 93/18-4-1995 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία του ανακοινώθηκε νόμιμα και ανέλαβε καθήκοντα από 1-5-1995 δικαιούμενος έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του τον προβλεπόμενο εκάστοτε και ανάλογο μισθό και τις λοιπές αποδοχές, ειδικότερα δε για το ότι: “Στην ….., κατά το χρονικό διάστημα 16.7.1995 έως 13.11.2014. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος – αποβλέποντας όμως με τις μερικότερες αυτές πράξεις στο συνολικό περιουσιακό του όφελος, που προέκυπτε από αυτές ως αποτέλεσμα – και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και στην συνέχεια με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, για την ανακοίνωση των οποίων είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σύμφωνα με τα συναλλακτικά κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ. ήθη και λόγω προγενεστέρας κινδυνώδους – αξιόποινης – συμπεριφοράς, το δε συνολικό του όφελος ή η αντίστοιχη απειληθείσα ή προξενηθείσα συνολική ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 και των 150.000€, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της μακροχρόνιας εκτελέσεως του εγκλήματος και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου αυτού. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας θέσει υποψηφιότητα για πρόσληψη με διαγωνισμό κατά βαθμολογική σειρά σε μία από τις προκηρυχθείσες 185 κενές οργανικές θέσεις σωφρονιστικών υπαλλήλων του κλάδου Φυλάξεως ΔΕ (δηλ. Β’ βάθμιας Εκπ/σεως), για τις οποίες προβλεπόταν ρητά στο νόμο και στην υπ’ αριθ. 83.566/27.7.1993 προκήρυξη των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης ως απαραίτητο – μεταξύ άλλων η κατοχή και η προσκομιδή απολυτηρίου λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή άλλης ισότιμης σχολής Β’ βάθμιας γενικής εκπαιδεύσεως και έχοντας, αφενός μεν ρητά ψευδώς δηλώσει στην από 29.3.1994 σχετική αίτησή του – υπεύθυνη δήλωση, ότι διαθέτει ως τίτλο σπουδών απολυτήριο λυκείου κτηθέν στις 16.6.1983, αφετέρου δε (έχοντας) επισυνάψει σε αυτήν το εν γνώσει του καταρτισθέν εξ υπαρχής πλαστό υπ’ αριθ. πρωτ. …07/16.6.1983 και υπ’ αριθ. μητρ. μαθητών ….37 απολυτήριο της Γ’ τάξεως του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου ….με γενικό βαθμό 15 και 2/10, το οποίο είχε προμηθευτεί στα μέσα Μαρτίου 1994 από άγνωστο άτομο, αντί τιμήματος 10.000 δρχ., παρέστησε ψευδώς, αφενός μεν στην τριμελή Επιτροπή των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την διενέργεια του διαγωνισμού, η οποία ήταν αρμόδια να καταρτίσει, ύστερα από έλεγχο των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, πίνακα των αποκλεισθέντων από τον διαγωνισμό υποψηφίων και πίνακα όσον έγιναν δεκτοί να συμμετάσχουν σ’ αυτόν, καθώς επίσης εν τέλει πίνακες αποτυχόντων και επιτυχόντων κατά βαθμολογική σειρά, αφετέρου δε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος ύστερα από έλεγχο νομιμότητας επρόκειτο να κυρώσει τον τελευταίο εκδίδοντας απόφαση, διορισμού των επιτυχόντων, ότι είχε δήθεν αποφοιτήσει από την Ε’ τάξη του Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου …. και ότι δήθεν ως εκ τούτου είχε λάβει το υπ’ αριθ. ….07/16.6.1983 γνήσιο απολυτήριο και έτσι τους έπεισε πως διέθετε τον απαιτούμενο ως απαραίτητο προσόν διορισμού τίτλο σπουδών, με συνέπεια να καταταγεί κατά σειρά βαθμολογίας 55ος στον κυρωθέντα πίνακα επιτυχόντων και να διορισθεί σε οργανική θέση μονίμου σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως στην Δικαστική Φυλακή … δυνάμει της υπ’ αριθ. 32.567/οικ./17.4.1995/ΦΕΚ E’93/l8.4.1995 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία του ανακοινώθηκε νομίμως και ανέλαβε καθήκοντα από 1.5.1995 δικαιούμενος έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του τον προβλεπόμενο εκάστοτε και ανάλογο μισθό και λοιπές αποδοχές. Στην συνέχεια στην Κομοτηνή, κατά το χρονικό διάστημα 16.7.1995 έως 13.11.2014, αφενός μεν κατά την 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 16.7.1995 έως 28.2.2001, αφετέρου δε την 27η και 13η ημέρα κάθε μήνα κατά το διάστημα 1.3.2001 έως και 13.11.2014, ενώ ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τα συναλλακτικά κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ. ήθη, καθώς επίσης από την προπεριγραφείσα προγενέστερη κινδυνώδη συμπεριφορά του (και μάλιστα αξιόποινη, συνιστάμενη σε πλαστογραφία υπό την μορφή καταρτίσεως πλαστού με χρήση, απάτη, ψευδή υπεύθυνη δήλωση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως) να ανακοινώνει στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή, ότι λόγω ελλείψεως του απαιτούμενου κατά τα προεκτεθέντα τίτλου σπουδών εξαρχής δεν είχε δικαίωμα διορισμού στην κατεχόμενη οργανική θέση σωφρονιστικού υπαλλήλου του κλάδου (ΔΕ) Φυλάξεως, αυτός πάντοτε σκοπεύοντας να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρασιωπούσε την ανωτέρω αλήθεια, με συνέπεια να του καταβάλλεται κάθε φορά ο προβλεπόμενος για την θέση του μισθός και οι λοιπές αποδοχές. Έτσι δυνάμει της προπεριγραφείσης εξακολουθητικής και μακροχρονίως απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω διάστημα (16.7.1995 – 13.11.2014), του καταβλήθηκαν πεπλανημένα και αυτός εισέπραξε ανά 15ήμερο – με ισόποση βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου – μικτές πάσης φύσεως αποδοχές συνολικού ποσού 377.938,05 ευρώ, που καθιστά το αντικείμενο της απάτης σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.”
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Scroll to Top