ΑΠ 1381/2019 – ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ: Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή του αυτοκινήτου έγινε από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τρίτη χώρα

ΑΡΙΘΜΟΣ 1381/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη-Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Π. Β. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.1573/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-2-2019 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 233/2019.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιδοθείσα στο εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από 4-2-2019 αίτηση-δήλωση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 1573/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 α’και β’ του νόμου 2960/2001 “Τελωνειακός Κώδικας” λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ` αυτής τόπο ή χρόνο β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ` του ως άνω άρθρου 155 του νόμου 2960/2001 ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο ( ΑΠ 397/2017, ΑΠ 832/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 του ίδιου νόμου (2960/2001) η κατοχή ή κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 αυτού, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων προελεύσεως χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κοινοτικών), για τα οποία δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στα άρθρα 129 και 130 του τελωνειακού κώδικα (καταβολή του τέλους ταξινόμησης κ.λπ.) αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση, ενώ η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων προελεύσεως τρίτων χωρών (μη κοινοτικών), εκτός από τελωνειακή παράβαση, αποτελεί και λαθρεμπορία, για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 142 επ. του ν. 2960/2001 ( ΑΠ 729/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β’ του ΠΚ άμεσος συνεργός, που τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού, είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής άμεσος συνεργός σε λαθρεμπορική πράξη είναι εκείνος που με τη θέλησή του συνέπραξε με οποιοδήποτε τρόπο εν γνώσει ότι ο φυσικός αυτουργός διαπράττει το έγκλημα της λαθρεμπορίας (ΑΠ 1056/2016).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της λαθρεμπορίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμά της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατά το είδος τους αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ενεργώντας κατόπιν σχετικής προς τούτο συναποφάσεώς τους, κατείχαν από κοινού εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και είχαν σκοπό να στερήσουν το Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων και το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα όπου οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται σε χρηματικό ποσόν που υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στην περιοχή “…” της πόλεως της …, η πρώτη κατηγορουμένη (S. I. T.) ενεργώντας ως ιδιοκτήτρια και ο δεύτερος (Μ. Μ.) ως κάτοχος και οδηγός αντίστοιχα, έθεσαν σε κυκλοφορία αυτοκίνητο μάρκας BMW με αριθμό πλαισίου …U88033 χωρίς αυτό να έχει ταξινομηθεί, με τις υπ’ αριθμ. …48 πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες έπρεπε να φέρει με βάση την άδεια κυκλοφορίας. Έτσι οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι το είχαν θέσει σε κυκλοφορία με τις υπ’ αριθμ. …83 πινακίδες που όμως είχαν νόμιμα χορηγηθεί για άλλο επιβατικό αυτοκίνητο και συγκεκριμένα, μάρκας SEAT TOLEDO, χρώματος πράσινου, ιδιοκτησίας Β. Β. του Α.. Αποτέλεσμα των άνω δολίων ενεργειών των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν το όχημα να έχει εισαχθεί και να κυκλοφορεί στην χώρα χωρίς να υποβληθεί στις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθεί το συνολικό ποσόν των 32.925,72 ευρώ για δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα τα οποία στερήθηκε το “Ελληνικό Δημόσιο”, ενώ στον άνω τόπο και χρόνο ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Π. του Α., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους άνω δράστες κατά την διάρκεια και εκτέλεση της ως άνω περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης, καθ’ όσον παραχώρησε στους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του, τις υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …83 πινακίδες που είχαν νόμιμα χορηγηθεί για επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας SEAT TOLEDO χρώματος πράσινου ιδιοκτησίας του, προκειμένου αυτές (πινακίδες) να τεθούν στο περιγραφόμενο στην προαναφερθέν όχημα με αριθμό πλαισίου …U88033 και με τον τρόπο αυτόν, συνέδραμε τους συγκατηγορουμένους του προκειμένου να θέσουν αυτοί σε κυκλοφορία το όχημα το οποίο είχε εισαχθεί στην χώρα χωρίς να υποβληθεί στις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθεί το συνολικό ποσό των 32.925,72 ευρώ για δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα, τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ως άνω σχετικών πράξεων που αποδίδονται εις έκαστον εξ αυτών”.
Ακολούθως, κήρυξε τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος ενόχους λαθρεμπορίας και τον αναιρεσείοντα ένοχο άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία και ειδικότερα του ότι: ” Α) Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης κατείχαν από κοινού εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και είχαν σκοπό να στερήσουν το “Ελληνικό Δημόσιο” από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των ελλειπόντων και το σύνολο των ως άνω δασμοφορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων που αναλογούν στα ελλείποντα εμπορεύματα όπου οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσόν των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στην περιοχή … Θεσσαλονίκης η πρώτη κατηγορουμένη (S. I. T.) ως ιδιοκτήτρια και ο δεύτερος (Μ. Μ.) ως κάτοχος και οδηγός αντίστοιχα, έθεσαν σε κυκλοφορία αυτοκίνητο μάρκας BMW με αριθμό πλαισίου …U88033 χωρίς αυτό να έχει ταξινομηθεί με τις υπ’ αριθμ. …48 πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες έπρεπε να φέρει με βάση την άδεια κυκλοφορίας. Έτσι οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι το είχαν θέσει σε κυκλοφορία με τις υπ’ αριθμ. …83 πινακίδες που είχαν νόμιμα χορηγηθεί για άλλο επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας SEAT TOLEDO, χρώματος πράσινου, ιδιοκτησίας Β. Β. του Ά.. Αποτέλεσμα των άνω δολίων ενεργειών των προαναφερθέντων κατηγορουμένων ήταν το όχημα να έχει εισαχθεί και να κυκλοφορεί στην χώρα χωρίς να υποβληθεί στις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθεί το συνολικό ποσό των 32.925,72 ευρώ για δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Β) Στον άνω τόπο και χρόνο ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Π. του Α., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στους άνω δράστες κατά την διάρκεια και εκτέλεση της ως άνω περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης. Συγκεκριμένα, παραχώρησε στους συγκατηγορουμένους του, τις υπ’ αριθμ. …83 πινακίδες οι οποίες είχαν νόμιμα χορηγηθεί για επιβατικό αυτοκίνητο μάρκας SEAT TOLEDO χρώματος πράσινου ιδιοκτησίας του προκειμένου αυτές (πινακίδες) να τεθούν στο παραπάνω αναφερόμενο όχημα με αριθμό πλαισίου …U88033. Έτσι συνέδραμε τους συγκατηγορουμένους του, προκειμένου να θέσουν σε κυκλοφορία το όχημα το οποίο είχε εισαχθεί στην χώρα χωρίς να υποβληθεί στις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθεί το συνολικό ποσό των 32.925,72 ευρώ για δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα, τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο”.
Με αυτές τις παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ασαφής και ελλιπής και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 137 παρ. 1 και 155 παρ. 1περ. β, παρ. 2 περ. ζ ν. 2960/2001. Ειδικότερα, για την πράξη της λαθρεμπορίας για άμεση συνέργεια στην οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, συνισταμένη στην εισαγωγή και κυκλοφορία στο εσωτερικό της χώρας αυτοκινήτου χωρίς τις νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι, δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή του αυτοκινήτου από τους φυσικούς αυτουργούς έγινε από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από άλλη χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκρίνηση η οποία ήταν αναγκαία αφού κατά τα προεκτεθέντα στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας και ο κάτοχος κοινοτικού αυτοκινήτου και κατ’ επέκταση και ο άμεσος συνεργός δεν διαπράττει λαθρεμπορία αλλά απλή τελωνειακή παράβαση, εάν δε η εισαγωγή του αυτοκινήτου έγινε από χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τότε μόνον συνιστά λαθρεμπορία και υπόκειται σε δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, “Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ` αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους……”. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 120/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά αφορά και το πρόσωπο των καταδικασθέντων ως φυσικών αυτουργών της λαθρεμπορίας I.-T. S. και Μ. Μ.. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης πρέπει, κατ’ άρθρο 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί και στους ωφελούμενους και μη ασκήσαντες αναίρεση παραπάνω συγκατηγορούμενους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1573/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Β..
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα και στους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους I.-T. S. και Μ. Μ..
Παραπέμπει στο σύνολό της την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                   H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Scroll to Top