ΑΠ 1372/2020, ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑΣ ΜΕ ΒΡΑΣΜΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΡΜΗΣ – ΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ εν μέρει η απόφαση, αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ. 2 γ ΠΚ για ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος

Αριθμός 1372/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ε. Β… του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 234-235/2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα-υποστηρίζουσα την κατηγορία την Μ. Σ… του Δ. – Α., κάτοικο .., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’αριθ.πρωτ. 1186/3.2.2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2020.
Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ’ αριθμ. πρωτ. 1186/3-2-2020 δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Ε. Β. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ 234,235/14-10-2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, μόνο ως προς τους λόγους που αφορούν την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής, για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2α’ και ε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών, εφόσον κατά τα λοιπά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, κατ’ άρθρο 64 του ν.4689/2020. Σημειωτέον ότι η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρούσα και η υποστηρίζουσα την κατηγορία Μ. Σ. του Δ., αφού, τόσο η ίδια, όσο και η διορισμένη ως αντίκλητος, δικηγόρος Αθηνών Ντόνη Μαριάνα, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμό 285/6-4-2020 κλήση του, που τους επέδωσε προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο , πλην όμως δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο τούτο, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 27-4 και 4-5/2020 αποδεικτικά επίδοσης των δικαστ. επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσ/νίκης, Κωνσταντινίδου Δέσποινας και Τσαβαχίδη Σολομώντα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας. II. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται ότι, προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εξαιτίας της λήψεως υπόψη εγγράφων, για τα οποία δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και έτσι δεν δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις επί του περιεχομένου τους ( άρθ.510 παρ.1 Α’ΚΠοινΔ). Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το ΜΟΕ Θεσσαλονίκης προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα εξής έγγραφα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων: “…5) Αντίγραφο μερίδας, 6) Εκτυπωμένες φωτογραφίες, 8) Έγγραφα σπουδών, 9) Αγωγή, πρακτικά, έκθεση επίδοσης δικογράφου, 10) Ιδιωτικό συμφωνητικό… 13) Φωτογραφίες 16) Αγωγές και αποφάσεις Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης…. 17) Αίτηση… 18) Ιδιωτικό συμφωνητικό…5. Μια έγχρωμη φωτογραφία…”, από τα οποία δεν προκύπτει: ” ποια συγκεκριμένα ήταν τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αφού δεν αναφέρονται, ούτε ο αριθμός τους, ούτε ο τόπος έκδοσής τους, ούτε ο χρόνος έκδοσής τους, ούτε τα πρόσωπα που αφορούν, ούτε η αρχή ενώπιον της οποίας έγιναν και γενικά δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να ταυτοποιηθούν. Με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι κατά πιστή μεταφορά: “α) Σε σχέση με τα αναγνωσθέντα δικόγραφα και δικαστικές αποφάσεις, δεν προσδιορίζεται εάν πρόκειται για αμετάκλητες αποφάσεις, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορούν να αποτελούν αναγνωστέα έγγραφα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 362 παρ. 2 ΚΠΔ, β) Σε σχέση με την διπλή αναφορά του “ιδιωτικού συμφωνητικού”, χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, στο σύνολο της δικογραφίας υφίστανται πάνω από δέκα σχετικά έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων των έξι από αυτές που υπάρχει προσδιορισμός και αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων στη συνέχεια), συνεπώς δεν είναι δυνατόν να ταυτοποιηθούν, γ) Σε σχέση με τις φωτογραφίες δεν αναφέρεται ο συνολικός αριθμός τους και αν είναι έγχρωμες ή άχρωμες, δεδομένου ότι εντός της δικογραφίας ευρίσκεται πλήθος φωτογραφιών και δεν προκύπτει ότι οι φωτογραφίες επιδείχθηκαν και επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης.”
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 362 και 367 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα (ΑΠ 310/2016). Η καταχώριση δε στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου του “δικονομικού γεγονότος” ότι αναγνώστηκε ένα έγγραφο, παρέχουσα πλήρη απόδειξη, κατ` άρθρο 141 παρ. 3 Κ,Π.Δ., δεν γίνεται με καταγραφή του περιεχομένου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και o κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφ` όσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά, καθόσον μάλιστα το αναγνωσθέν έγγραφο Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις, δεν αναγιγνώσκονται κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.βΣυνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, η αναγραφή αυτή έχει την πρόδηλη έννοια ότι αυτά επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι, έτσι, έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1306/2016).
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών της (σελ. 25-28), αναγνώστηκαν όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων και στην πρωτόδικη απόφαση, καθώς και αναλυτικά 19 έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της ίδιας δίκης που αναβλήθηκε με τις υπ’αριθμ.37 και 173/2019 αποφάσεις του. Ακολούθως αναφέρεται σ’ αυτά, αναλυτικά ανά έγγραφο, ότι αναγνώσθηκαν ονομαστικά και συγκεκριμένα, 13 έγγραφα που υποβλήθηκαν από τον συνήγορο της πολιτικής αγωγής και 38 έγγραφα που υποβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης του κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Μεταξύ των αναγνωσθέντων αυτών εγγράφων μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, φωτογραφίες, φωτοαντίγραφα ιδιωτικών συμφωνητικών, αγωγές ενώπιον δικαστηρίων και δικαστικές αποφάσεις. Με τις εν λόγω αναφορές των εγγράφων αυτών και του είδους αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους ή του συντάκτη τους, ούτε αν πρόκειται για αμετάκλητες αποφάσεις, λαμβανομένου υπόψη, καθόσον αφορά, τις αγωγές και τις δικαστικές αποφάσεις, ότι τα αναφέρει ο ίδιος ο αναιρεσείων στους προς το δικαστήριο ισχυρισμούς του και επομένως είναι φανερό πως γνώριζε το περιεχόμενο τους, ούτε ήταν απαραίτητη κάποια ειδικότερη αναφορά σε σχέση με την διπλή αναφορά του “ιδιωτικού συμφωνητικού”, αφού ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει κάτι σχετικό ούτε έγινε επίκληση απ’αυτόν στους υποβληθέντες ισχυρισμούς του και έτσι δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται κανένα άλλο προσδιοριστικό στοιχείο ως προς αυτά. Σε σχέση δε με τις φωτογραφίες, δεν ήταν υποχρεωτικό να αναφέρεται ο συνολικός αριθμός τους, ούτε αν ήταν έγχρωμες ή άχρωμες, αφού, η ανάγνωση αυτών ( Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις), δεν αναγιγνώσκονται κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Με την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης (βλ. σελ. 28 πρακτικών), κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα και στους παρισταμένους κατά την ανάγνωση συνηγόρους του, οπότε αυτοί άκουσαν το περιεχόμενο τους και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε εξηγήσεις, διευκρινίσεις, δηλώσεις σε σχέση με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επομένως, ορθώς το Εφετείο συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα αναγνωσθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή, για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Επίσης, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και προκειμένου περί απορρίψεως ως αβασίμου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ήτοι ισχυρισμού που οδηγεί στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη, ή την εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής του, όπως είναι και οι από το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελείς ισχυρισμοί, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως … και (γ’ ) το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη …. Η αναγνώριση δε του ελαφρυντικού τούτου (άρθ.84 παρ. 2γ’ ΠΚ), προϋποθέτει επίκληση κατά τρόπο ορισμένο και απόδειξη ότι δράστης ωθήθηκε στην πράξη από προγενέστερη ανάρμοστη (αληθή ή νομιζόμενη) συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που προκάλεσε σ’ αυτόν προγενέστερη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε βάρος του πράξη του παθόντος. Η δε ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει, καταρχήν, να τελεί σε χρονική εγγύτητα (υπηρετική της αιτιώδους σχέσης) και, οπωσδήποτε, σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτή. (ΑΠ 1190/2017). Εξάλλου, για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, που θεσπίζεται με την διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 Π.Κ. με την οποία ορίζεται “Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη” στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου, πάθους κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης (ΑΠ 360/2020). Από τα προεκτεθέντα σχετικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2γ και του “βρασμού ψυχικής ορμής” με σαφήνεια προκύπτει πως δεν συμπίπτουν τα απαιτούμενα κατά νόμον πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση εκατέρας των ως άνω περιστάσεων καθόσον μάλιστα ο σκοπός και η λειτουργία των εν λόγω διατάξεων καθόσον αφορά την αντιμετώπιση από το ποινικό Δικαστήριο του κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία ή για απόπειρα ανθρωποκτονίας δεν ομοιάζουν. Και τούτο γιατί ο “βρασμός ψυχικής ορμής” που κατά τα ως άνω προβλέπεται από την περιλαμβανόμενη στο γενικό μέρος του Π.Κ. διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 αποβλέπει στην υποκειμενική υπόσταση του θεσπιζόμενου με την παρ.1 αυτής εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ενώ η ως άνω ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από περιλαμβανόμενη στο γενικό μέρος του Π.Κ. διάταξη του αρ. 84 παρ. 2γ αποβλέπει στην μείωση της ποινής του κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία ή για απόπειρα ανθρωποκτονίας αφού το Ορκωτό Δικαστήριο έχει αποφανθεί για την υποκειμενική υπόστασή της με το να δεχθεί ή όχι το βρασμό ψυχικής ορμής.
VI. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ’αριθ.234-235/14-102019 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους στο προοίμιο αυτής, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Η πολιτικώς ενάγουσα Μ. Σ. και ο κατηγορούμενος τέλεσαν νόμιμο γάμο το Σεπτέμβριο του 1990, ο οποίος λύθηκε με τη με αριθμό 17.497/2000 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και μέχρι το Μάρτιο του έτους 2003, ο κατηγορούμενος κατέβαλε μηνιαία διατροφή για τα τέκνα τους Κ. που γεννήθηκε στις … και Ε. που γεννήθηκε στις …, κατόπιν συναινετικής διευθέτησης του ύψους της διατροφής και στη συνέχεια το ποσό αυτής καθοριζόταν με δικαστικές αποφάσεις, έπειτα από αγωγές της πολιτικώς ενάγουσας. Από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008 κατηγορούμενος επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα δεν ήταν συνεπής στην καταβολή του ποσού της διατροφής, που επιδικάστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση στις ήδη τεταμένες σχέσεις τους αλλά και στη σχέση του κατηγορουμένου με την κόρη του Κ., η οποία, μετά την ενηλικίωση της, με αγωγή εναντίον του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος πατέρας της να της καταβάλει το ποσό των 860 ευρώ ως μηνιαία διατροφή της. Επίσης τόσο η πολιτικώς ενάγουσα όσο και η θυγατέρα τους Κ. θεωρώντας καταδολιευτική τη μεταβίβαση εκ μέρους του κατηγορουμένου προς τη μητέρα του, λόγω δωρεάς, της ψιλής κυριότητας μιας οικίας εμβαδού 32 τμ, επί οικοπέδου εκτάσεως 2.101,95 τμ, που βρίσκεται στο ΔΔ … του Δήμου …, ενόψει της ύπαρξης οφειλών του προς αυτές, από τη μη καταβολή διατροφής, άσκησαν κατ’ αυτού και της μητέρας του την από 1-8-2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησαν τη διάρρηξη της ως άνω δικαιοπραξίας. Στις 1711-2011 ο κατηγορούμενος, αφού πήρε μαζί του ένα σουγιά με συνολικό μήκος 19 εκατοστών και μήκος λάμας 8 εκατοστών, μετέβη στην οικία της πολιτικώς ενάγουσας επί της ενταύθα οδού …, στην οποία αυτή διαμένει με τις δύο κόρες τους και, αφού χτύπησε το κουδούνι της εισόδου της οικοδομής, ζήτησε να μιλήσει μαζί της. Η πολιτικώς ενάγουσα αρνήθηκε λέγοντάς του ότι δεν έχουν τίποτα να συζητήσουν και του ζήτησε να φύγει και να μην την ξαναενοχλήσει. Ο κατηγορούμενος όμως συνέχισε να χτυπά επίμονα το κουδούνι και τότε η κόρη τους Ε., προς εκτόνωση της κατάστασης που δημιουργήθηκε, κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και στη συνέχεια κατέβηκε και η πολιτικώς ενάγουσα μαζί με την άλλη κόρη τους Κ.. Ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ του κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας για τους λόγους για τους οποίους αυτός δεν επικοινωνεί με την κόρη τους Κ. και η πολιτικώς ενάγουσα του είπε ότι ήταν επιλογή της ίδιας της κόρης τους. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα, ζήτησε από την πολιτικώς ενάγουσα να σταματήσουν οι μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες και όταν αυτή του ζήτησε να είναι συνεπής ως προς την υποχρέωση καταβολής της διατροφής, αυτός την εξύβρισε με τη φράση “παλιοπουτάνα” και την απείλησε λέγοντάς της ότι θα την σκοτώσει, προκαλώντας σ’αυτή τρόμο και ανησυχία, ενώ συνεχίζοντας να την εξυβρίζει και να την απειλεί, εντελώς ξαφνικά κινήθηκε πίσω της και αφού την έπιασε με το χέρι του από το λαιμό και την ακινητοποίησε, έβγαλε από τη τσέπη του παντελονιού του χο σουγιά και επιχείρησε να τη σφαγιάσει. Η πολιτικώς ενάγουσα όμως, αντιλαμβανόμενη την πρόθεση του αυτή, πρόλαβε και κάλυψε με το χέρι της το λαιμό της, με αποτέλεσμα ο σουγιάς να πλήξει περισσότερο αυτό (χέρι) και να απορροφηθεί η σφοδρότητα του πλήγματος και να της προκαλέσει στο μεν λαιμό μόνο εκδορά, στο δε χέρι τραύμα στην ραχιαία επιφάνεια και στη βάση του αντίχειρα της αριστεράς χειρός, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με πέντε ράμματα το πρώτο και τρία το δεύτερο. Ο κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε σ’αυτό αλλά θέλοντας να πραγματοποιήσει το σκοπό του, που ήταν η θανάτωση της πολιτικώς ενάγουσας, την έριξε στη συνέχεια στο έδαφος και της επέφερε επανειλημμένα χτυπήματα με το σουγιά σε διάφορα σημεία του σώματός της, και παρά το γεγονός ότι φορούσε χοντρό μπουφάν με επένδυση από υαλοβάμβακα, της προκάλεσε τραύματα στην πρόσθια επιφάνεια του θώρακα παρά τη μασχαλιαία γωνία, το οποίο αντιμετωπίστηκε με τρία ράμματα, στην περιοχή της άλω της θηλής του αριστερού μαστού, το οποίο αντιμετωπίστηκε σε τέσσερα ράμματα, στην κάτω επιφάνεια του αριστερού μαστού, στην αριστερή κοιλία, κάτω από τον αριστερό μαστό, το οποίο αντιμετωπίστηκε με δύο ράμματα. Η παρισταμένη κόρη τους Κ. βλέποντας τον κατηγορούμενο πατέρα της να βγάζει το σουγιά και αντιλαμβανόμενη το σκοπό του, επειδή δεν μπορούσε η ίδια να παράσχει οποιαδήποτε Βοήθεια στη μητέρα της, Βγήκε τρέχοντας από την πολυκατοικία και κατευθύνθηκε προς το Τούρκικο Προξενείο, που βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση για να καλέσει προς Βοήθεια αστυνομικούς που γνώριζε ότι βρίσκονται πάντα στο συγκεκριμένο σημείο. Κατά το χρόνο αυτό διερχόμενοι αστυνομικοί της Ομάδας ΔΙΑΣ, που βρίσκονταν σε υπηρεσία, αντιλήφθηκαν την ως άνω κόρη του κατηγορουμένου, η οποία τους ανέφερε ότι σκοτώνουν τη μητέρα της και αμέσως προσέτρεξαν στην είσοδο της οικοδομής, όπου αντίκρισαν αιμόφυρτη και ακινητοποιημένη την πολιτικώς ενάγουσα και τον κατηγορούμενο πάνω της , να την κρατάει από το λαιμό με κεφαλοκλείδωμα, μόλις δε αυτός αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών πέταξε το σουγιά στο έδαφος. Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της αντιδικίας που είχε με την πολιτικώς ενάγουσα για την οφειλόμενη εκ μέρους του διατροφή, έλαβε την απόφαση να την σκοτώσει και με το σκοπό αυτό μετέβη στην οικία της. Ο ανθρωποκτόνος δόλος του αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση των ακόλουθων: α) από το γεγονός ότι πήρε μαζί του το μαχαίρι ( σουγιά), που αποτελεί πρόσφορο μέσο για την τέλεση της ανθρωποκτονίας, τον οποίο μέχρι τότε φύλασσε στο χώρο της εργασίας του, β) από το γεγονός ότι κινήθηκε αιφνίδια πίσω από την παθούσα, την ακινητοποίησε με λαβή- κεφαλοκλείδωμα και κατηύθυνε το μαχαίρι κάθετα προς το λαιμό της, κίνηση που σαφώς υποδηλώνει πρόθεση σφαγιασμού. Η σφοδρότητα του πλήγματος αυτού συνάγεται από τη μορφή του τραύματος που της προκάλεσε στην ραχιαία επιφάνεια και στη βάση του αντίχειρα του αριστερού χεριού, με το οποίο η παθούσα πρόλαβε και προστάτευσε το λαιμό της, προσπαθώντας ταυτόχρονα να απομακρύνει το χέρι του από το λαιμό της, αφού για την αντιμετώπιση τους χρειάστηκε να γίνουν πέντε και τρία ράμματα, αντίστοιχα, γ) από το γεγονός ότι την έριξε στο έδαφος και παρά την παρουσία της κόρης του συνέχισε να την πλήττει με το μαχαίρι σε καίρια σημεία του σώματος και δη στο θώρακα και στην κοιλιά τουλάχιστον πέντε φορές, τραύματα τα οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν το θάνατο της αν αυτή δεν φορούσε χοντρό μπουφάν με επένδυση υαλοβάμβακα, το οποίο απορρόφησε μέρος της έντασης των πληγμάτων και αν αυτή δεν αντιστεκόταν, προσπαθώντας να αποφύγει τα πλήγματα και δ) από την προηγηθείσα συμπεριφορά του και συγκεκριμένα την εξύβριση της σε έντονο ύφος και την εκτόξευση σε βάρος της απειλών ότι θα την σκοτώσει και ε) από την εν γένει βίαιη συμπεριφορά του και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, όταν ο κατηγορούμενος της είχε προκαλέσει επανειλημμένα σωματικές βλάβες, προς αντιμετώπιση των οποίων μάλιστα είχε χρειαστεί και νοσοκομειακή φροντίδα. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει να απορριφθεί ομόφωνα ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε πάρει μαζί του το μαχαίρι προκειμένου να αυτοκτονήσει, σε περίπτωση που η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία τον πίεζε ασκώντας πληθώρα αγωγών, με τις οποίες ζητούσε υπέρογκα ποσά διατροφής, ενώ παράλληλα είχε προσβάλλει ως καταδολιευτική τη μεταβίβαση ακινήτου του προς τους γονείς του, απέρριπτε την πρότασή του για ειρηνική επίλυση των διαφορών χους . Ότι τόσο η πολιτικώς ενάγουσα όσο και η κόρη τους Κ., τον αντιμετώπισαν με εχθρικό τρόπο και του επιτέθηκαν πιάνοντάς τον από το μπουφάν του, τον χτύπησαν και τον εξύβρισαν, με αποτέλεσμα να χάσει χη λογική του και να βγάλει το σουγιά και να χτυπήσει την πρώην σύζυγο του. Ενώπιον χου παρόντος Δικαστηρίου επανέλαβε τους ως άνω ισχυρισμούς του και για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι την ημέρα του συμβάντος και πριν μεταβεί στην οικία του θύματος πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του ιατρού Γ., με τον οποίο στο παρελθόν διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό η πολιτικώς ενάγουσα, ότι η μικρότερη κόρη του Ε. δεν είναι βιολογικό του παιδί ενώ η πολιτικώς ενάγουσα απαιτούσε διατροφή για λογαριασμό της εν λόγω ανήλικης. Ενόψει δε των γεγονότων αυτών, επικαλούμενος ψυχολογική και συναισθηματική σύγχυση, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής, εφόσον η προκειμένη πράξη του αξιολογηθεί ως απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο (των τεσσάρων ενόρκων), αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έδρασε εν βρασμώ ψυχικής ορμής για τους παρακάτω λόγους: α) Συνεχόμενες αγωγές από μέρους της ενάγουσας για διεκδίκηση διατροφών, β) Αγωγή της ενάγουσας, συζύγου του δράστη, κατά γιατρού για σεξουαλική παρενόχληση στην περίοδο του γάμου, γ) Αγωγή διάρρηξης από την ενάγουσα, σύζυγο του δράστη, κατά της γονικής παροχής ακινήτου των γονιών του δράστη στο οποίο διέμεναν οι ίδιοι, δ) Αλλαγή επωνύμου από την πρώτη κόρη του δράστη Κ. υιοθετώντας το επώνυμο του πατριού, ε) Αγωγή διατροφής ενηλίκου από την πρώτη κόρη του δράστη Κ., στ) Τηλεφώνημα με το οποίο ο δράστης πληροφορήθηκε ότι η δεύτερή του κόρη δεν ήταν Βιολογικό του παιδί. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη των τριών μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της Προέδρου ………… και των Εφετών…….. και ……….. ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ειδικότερα κατά το άρθρο 299 παρ.1 του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019 και ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019), “όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών” κατά δε την παράγρ. 2 του αυτού άρθρου “αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται κάθειρξη”. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι ευμενέστερες από αυτές του προϊσχύσαντος ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής άλλου ανθρώπου. Κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ΠΚ με δόλο πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα περιστατικά αυτά και τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και δεν αφίσταται αυτής, με ενδεχόμενο δε δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη – θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της Βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση της Βολής, το μέρος του σώματος που πιθανόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ.1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήξη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 του ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη ( ΑΠ 160/2019 ΤΝΠ Νόμος). Στην κρινόμενη περίπτωση αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων ότι τόσο η πολιτικώς ενάγουσα όσο και η κόρη της Κ., μοναδική αυτόπτης μάρτυρας, ρητά κατέθεσαν ότι ούτε εξύβρισαν ούτε απείλησαν τον κατηγορούμενο ούτε επιτέθηκαν σ’αυτόν. Κατέθεσαν επίσης ότι ο κατηγορούμενος έβγαλε αιφνίδια το σουγιά και έπληξε με αυτόν επανειλημμένα την πολιτικώς ενάγουσα, με πρόθεση να τη σκοτώσει. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος ουδαμώς προβλήθηκε τόσο κατά την προανακριτική και ενώπιον του ανακριτή απολογία του όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όχι πληροφορήθηκε τηλεφωνικά την ημέρα του συμβάντος ότι δεν είναι ο βιολογικός πατέρας της κόρης του Ε., δεν είναι βάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, δέκα οκτώ χρόνια μετά τη γέννηση της Ε., δέχθηκε το αναφερόμενο τηλεφώνημα, στις 17-11-2011, που μετέβη στην οικία της πρώην συζύγου του με σκοπό να τη σκοτώσει. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός ήδη από το έτος 1998 γνώριζε για τον ερωτικό δεσμό που διατηρούσε η πρώην σύζυγος του με τρίτο άτομο, δεσμό που ουδέποτε αρνήθηκε η ίδια, και υποψιαζόταν ότι η Ε. δεν ήταν βιολογικό του παιδί. Συνεπώς, κατά τον ως άνω χρόνο δεν έλαβε χώρα γεγονός που διατάραξε με οποιονδήποτε τρόπο τη ψυχική του ηρεμία. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα και το μεθοδευμένο τρόπο δράσης του κατηγορουμένου, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν συντρέχει περίπτωση” βρασμού ψυχικής ορμής, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ψυχική ηρεμία και κατά το χρόνο που αποφάσισε τη θανάτωση της πολιτικώς ενάγουσας και όταν επιχείρησε να τη θανατώσει, αφού δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι αυτός βρισκόταν σε ψυχική υπερδιέγερση, η οποία του απέκλειε τη σκέψη, χωρίς όμως να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνειδήσεως αποκλείουσα ή μειώνουσα την ικανότητα του δράστη για καταλογισμό. Το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν σε χρόνια αντιδικία με την πολιτικώς ενάγουσα δεν αναιρεί το ότι ενήργησε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ο κατηγορούμενος έχοντας αποφασίσει να επιφέρει το θάνατο της πρώην συζύγου του, παρέλαβε το σουγιά από το χώρο της εργασίας του, μετέβη περπατώντας μέχρι την οικία της παθούσας που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, όντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά τη συνάντησή του με την τελευταία και την κόρη τους Κ., ουδέν γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει ψυχική υπερδιέγερση που αποκλείει τη σκέψη, έλαβε χώρα, όπως προεκτέθηκε. Επομένως είναι απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός του ότι τελούσε σε κατάσταση ψυχικού βρασμού. Περαιτέρω, κατά χα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ’αυτόν πράξεις α) της παράνομης οπλοφορίας, β) οπλοχρησίας και γ) ενδοοικογενειακής απειλής και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και γι’αυτές, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου”.
VIΙ. Στη συνέχεια το άνω Μικτό Ορκωτό Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για μεταβολή της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, δέχτηκε, κατά πλειοψηφία (4-3), ότι τέλεσε την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας εν βρασμό ψυχικής ορμής και αναγνώρισε στο πρόσωπο του, ομόφωνα, τις ελαφρυντικές περιστάσεις του σύννομου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του Π.Κ.και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5,00) €, απορρίπτοντας, ομόφωνα, το αίτημα του, για αναγνώριση στο πρόσωπο του, των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφια γ’ και δ’ του Π.Κ., ήτοι ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσης και παρασύρθηκε σ’ αυτήν από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη της παθούσας και της ειλικρινούς μετανοίας και επιδιώξεως να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. γ’ και δ’Π.Κ.), δεχόμενο το Δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αναφορικά με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, της παρ. 2 περ. γ’, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά πιστή αντιγραφή, τ’ ακόλουθα: “Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 85 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται μεταξύ άλλων, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ ι) … ιι) η υπό στοιχείο γ’ για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προισχύσασα, που συνίσταται στο ότι στην πράξη του ωθήθηκε ο υπαίτιος από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη … Πρέπει όμως να απορριφθούν οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του για αναγνώριση (και) των ελαφρυντικών α) της προηγηθείσας ανάρμοστης συμπεριφοράς της πολιτικώς ενάγουσας που τον ώθησε στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και β) … Ειδικότερα, αναφορικά με την πρώτη ελαφρυντική περίσταση δεν αποδείχθηκε, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ότι η παθούσα επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά, που εξώθησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των πράξεων.” VIΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), λόγω του ότι το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απάντησε αιτιολογημένα, ως προς την απόρριψη του προβληθέντος νομοτύπως αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. γ’ του Π.Κ.. ήτοι ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας, η συνδρομή του οποίου οδηγεί στην επιβολή περαιτέρω μειωμένης ποινής κατά το μέτρο που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 83 και 85 ΠΚ. Στην προκείμενη υπόθεση όπως προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη της βασιμότητας του προβαλλόμενου ως άνω λόγου αναιρέσεως, μετά την απαγγελία της ως άνω απόφασης περί ενοχής του κατηγορούμενου ήδη αναιρεσείοντα, οι συνήγοροι του αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς, αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’, γ’, δ’ και ε’ ΠΚ, οι οποίοι αναπτύχτηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα οικεία πρακτικά. Σχετικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 γ’ ΠΚ, ότι ο κατ/νος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου προέβαλαν, ισχυρισμούς, με το εξής περιερχόμενο: .. ” Ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας.
Σύμφωνα με το άρθρο 84 §§ 1 και 2 περ. γ’ ΠΚ ορίζεται ότι:• “Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη.” Η αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 περ. γ1 ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση κατά τρόπο ορισμένο και απόδειξη ότι δράστης ωθήθηκε στην πράξη από προγενέστερη ανάρμοστη (αληθή ή νομιζόμενη) συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή Βίαιη θλίψη που προκάλεσε σ’ αυτόν προγενέστερη άδικη (αξιόποινη ή μη) σε Βάρος του πράξη του παθόντος (Βλ. Μ Καϊάφα – Γκμπάντι σε Μ. Καϊάφα – Γκμπάντι / Ν. Μπιτζιλέκη / Ελ. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, εκδ. 2016, σελ. 221). Η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος κατά του δράστη πρέπει, καταρχήν, να τελεί σε χρονική εγγύτητα (υπηρετική της αιτιώδους σχέσης) και, οπωσδήποτε, σε αιτιώδη σχέση με την εγκληματική πράξη του δράστη, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν θα δρούσε χωρίς αυτή. (ΑΠ 1163/2015, ΑΠ 1341/2014, ΜΟΕΑΘ 132/2013, ΠοινΧρ 2015, 457). Ως ώθηση στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά θεωρείται η λεκτική πρόκληση του κατηγορουμένου (ΤριμΕφΠατρ 553/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΠρΒλ και ΑΠ 460/2014, η οποία αναίρεσε απόφαση) καθώς και η σωματική και φραστική επίθεση (ΑΠ 1193/2006, ΠοινΛογ 2006, 1047, η οποία αναίρεσε απόφαση που απέρριψε ελαφρυντικό της ανάρμοστης συμπεριφοράς προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος δέχθηκε φραστική και σωματική επίθεση από τον παθόντα). Η στο άρθρο 84 § 2 εδ. γ1 ΠΚ αναφορά της οργής δεν γίνεται υπό την έννοια της διατάραξης των ψυχικών λειτουργιών σε σημείο ώστε ο δράστης να αχθεί σε βρασμό ψυχικής ορμής και εντεύθεν να απολέσει την ικανότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον κινούν προς την πράξη και αυτά που τον απωθούν από αυτήν, αλλά υπό την έννοια της δημιουργίας στο δράστη μιας κατάστασης οργής από κάποιο γεγονός που συνδέεται με τη συμπεριφορά του παθόντα (βλ. Αρ. Χαραλαμπάκη, Ελαφρυντικές περιστάσεις και αποτελεσματικότητα της ποινής, ΠοινΔικ 2013, 245). Ορθά σημειώνεται (Βλ. Ν. Παρασκευόπουλο – Γ. Νούσκαλη, σε Α. Μαργαρίτη Ν. Παρασκευόπουλου – Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία, εκδ. 2016, σελ. 169, Μ. Καϊάφα Γκμπάντι, σε Μ. Καϊάφα – Γκμπάντι / Ν. Μπιτζιλέκη / EX. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων, εκδ. 2016, σελ. 221) ότι οι προβλεπόμενες στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ. περιπτώσεις δεν μπορούν να φθάνουν σε σημείο ώστε να σηματοδοτούν λόγους άρσης του αδίκου (π.χ. προσταγή-άρθρο 21 Π.Κ. ή κατάσταση ανάγκης-άρθρο 25 Π.Κ.) ή λόγους άρσης του καταλογισμού (π.χ. κατάσταση ανάγκης-άρθρο 32 Π.Κ. Για την αποδοχή του ελαφρυντικού αυτού βλ. ΜΟΕφΑΘ 509/2006, ΠοινΔικ 2007, 1122. Αποτελούν ωστόσο κάτι υποδεέστερο από άποψη σύγκρουσης με τo άδικο ή τον καταλογισμό της πράξης.
Περαιτέρω η ελαφρυντική περίσταση της παρ. 2 περ. γ’ του άρθρου 84 Π.Κ περιλαμβάνει τρεις υποπεριπτώσεις, οι οποίες έχουν ως κοινό συνεκτικό δεσμό την προκλητική συμπεριφορά του θύματος έναντι του δράστη (ΜΟΔΒερ 4-5/2006, ΠοινΔικ 2006, 985, η οποία αναγνώρισε σε κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία με πρόθεση το ελαφρυντικό της ώθησης στην πράξη από οργή λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος, ο οποίος μετά από εξυβριστική φράση του παθόντος, τον κτύπησε επανειλημμένος με μία σιδηρόβεργα, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα). Η “προκλητική” συμπεριφορά του παθόντος μπορεί να είναι νομιζόμενη, ενώ δεν απαιτείται να είναι και αξιόποινη (Κ. Σταμάτης, ΣυστΕρμΠΚ, 2005, σελ. 1118). Στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης του από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας. Ειδικότερα, όταν, λοιπόν, εισήλθε ο κατηγορούμενος εντός της πολυκατοικίας με την παθούσα, πρώην σύζυγο του, και την κόρη του Κ. Β., η συμπεριφορά τους απέναντι του ήταν όλως εχθρική με αποκορύφωμα την αποστροφή της κόρης του “δεν σε αναγνωρίζω για πατέρα μου και σε μισώ”. Όπως αναφέρθηκε εναργώς και στην προανακριτική του απολογία “την στιγμή εκείνη μου επιτέθηκαν με τα χέρια, πιάνοντάς από το μπουφάν με χτύπησαν επάνω στον τοίχο βρίζοντας εμένα και την γυναίκα μου, λέγοντας -πουτάνα – και – παλιομαλάκα- αντίστοιχα”. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι του ξέσκισαν το πουκάμισο από τα χτυπήματα και τα τραβήγματά τους. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι μόλις είχε μάθει ότι το 2° τέκνο δεν είναι δικό του, σηματοδοτεί ότι η παθούσα συμπεριφέρθηκε ανάρμοστα απέναντι στον κατηγορούμενο, στοιχείο που τον ώθησε στην τέλεση της άδικης πράξης σε Βάρος της παθούσας. Με βάση τα παραπάνω στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του εν λόγω ελαφρυντικού.” ΙΧ. Με τις ως άνω παραδοχές, που δέχθηκε το Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά της παθούσας και παρασύρθηκε σ’ αυτήν από οργή που του προκάλεσε η άδικη εναντίον του πράξη της, (άρθρο 84 παρ. 2γ’ του Π.Κ.) και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν διέλαβε σ’αυτήν, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα με δεδομένα όσα έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο τούτο στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις σχετικά με τον βρασμό ψυχικής ορμής και την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ η αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας είναι φανερά ασαφής, γιατί με την περιλαμβανόμενη στο περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης σκεπτικό του της φράσης “όπως ήδη είχε αναφερθεί” δεν προκύπτει σε ποιες συγκεκριμένες παραδοχές του αναφέρεται ώστε να είναι εφικτό να ελεγχθεί στα πλαίσια έρευνας σχετικού με την απόρριψη αυτής (ελαφρυντικής περίστασης) λόγου αναίρεσης αν αυτές (παραδοχές) επαρκούν κατά νόμον και πληρούν την απαιτούμενη κατά τα ως άνω ειδική αιτιολογία που το οδήγησε στην δημιουργία της δικανικής του κρίσης περί μη αναγνώρισης και αυτής στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, συνακόλουθα δε της ασάφειας αυτής ουδεμία αιτιολογία υπάρχει για την απόρριψή της. Ενόψει τούτων, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς από την διάταξη του αρ. 84 παρ. 2 γ ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι βάσιμος και οδηγεί στην επιβολή περαιτέρω μειωμένης ποινής κατά το μέτρο που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 83 και 85 του ΠΚ. Επισημαίνεται πως καθόσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 85 του νέου Π.Κ. θα εφαρμοσθούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών αυτής και των τυχόν ισχυρισμών που θα προβάλει ο κατηγορούμενος σε σχέση με τις εν λόγω διατάξεις είναι πράγματι ευμενέστερες για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του, προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, και ενόρκους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ 234,235/14-10-2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα μόνον καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και μόνον ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της από την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2γ Π.Κ. ελαφρυντικής περιστάσεως, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές και ενόρκους άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1186/3-2-2020 δήλωση, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Ε. Β. του Α., κάτοικου … (… .. …), για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                                          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Scroll to Top