ΟλΑΠ 3/2016 – ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ν.4254/2014 – Άρθρο 263 Α ΠΚ


ΟλΑΠ 3/2016 (A’ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ): 
“…Με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος εισάγεται η θεμελιώδης αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών και ορίζεται ότι: “1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού λάου”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος : “3. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. 4. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο. Αμνηστία, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αποτελεί η αναδρομική εξάλειψη του αξιοποίνου ορισμένων τελεσθέντων ήδη εγκλημάτων, με αποτελέσματα το απαράδεκτο της δίωξης τους, την οριστική παύση των ασκηθεισών ποινικών διώξεων και την εμφάνιση των τυχόν εκδοθεισών καταδικαστικών αποφάσεων. Από την αμνήστευση των εγκλημάτων που τελέσθηκαν δεν επηρεάζεται η ποινική πρόβλεψη και ο άδικος χαρακτήρας των εγκλημάτων καθεαυτών. Η αμνήστευση αφορά μόνο τα συγκεκριμένα εγκλήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί. Με την αμνηστία παρέχεται επομένως νομοθετική άφεση της ποινικής ευθύνης ορισμένων δραστών. Έτσι όμως η αμνηστία αποτελεί επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής, αφού με νομοθετικό μέτρο είτε ατομικό είτε αναφερόμενο σε συγκεκριμένο κύκλο περιπτώσεων και προσώπων, κηρύσσει μη τελεσθέντα τα διαπραχθέντα ήδη εγκλήματα τους, αφαιρώντας την επί αυτών κρίση από τα δικαστήρια και καταργώντας όσες καταδικαστικές αποφάσεις έχουν τυχόν εκδοθεί Είναι επομένως η αμνηστία ασυμβίβαστη προς τη διάκριση των εξουσιών. Γι’ αυτό απαγορεύεται με την ως άνω διάταξη του άρθρου 47 παρ. 4 του Συντάγματος. Η δυνατότητα αμνήστευσης περιορίζεται, με τη διάταξη της παρ. 3 ιδίου άρθρου, μόνο στα “πολιτικά εγκλήματα”, με σκοπό τον κατευνασμό των πολιτικών παθών και την αποκατάσταση της κοινωνικής γαλήνης, υπό την προϋπόθεση πάντως της αυξημένης ως άνω πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών. Το πότε πρόκειται για αμνηστία αποτελεί ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, που απόκειται στα δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ονομασία που χρησιμοποιήθηκε στο κείμενο της νομοθετικής διάταξης ή τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης για τη συγκάλυψη της πραγματικής νομικής φύσης του λαμβανομένου νομοθετικού μέτρου. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 263Α περ. δ του ΠΚ όριζε ότι για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 242, 243, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 ΠΚ υπάλληλοι θεωρούνται και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία, κατά τις κείμενες διατάξεις, μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Η διάταξη αυτή κατά το μέρος που αφορά τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου καταργήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ 42 της παραγράφου ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που ίσχυσε από 7-4-2014. Η κατάργηση αυτή έγινε, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, προκειμένου να περιορισθεί η υπερβολική διεύρυνση της έννοιας του υπαλλήλου. Όμως η καταργηθείσα αυτή διάταξη επαναφέρθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, που ισχύει από 10-5-2014, με την εξής αιτιολογία κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού: “Με την προτεινόμενη ρύθμιση επαναφέρεται σε ισχύ η περίπτωση δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, η οποία από παραδρομή παραλείφθηκε κατά τη μεταφορά του άρθρου αυτού, όπως τροποποιείτο, στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο ψηφίσθηκε ως νόμος του Κράτους, και έλαβε τον αριθμό 4254/2014”. Η τροποποίηση αυτή αφορούσε και υπαλλήλους που υπηρετούν σε όργανα ή οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των μελών του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευρύνοντας έτσι τον κύκλο των ευθυνόμενων προσώπων. Συνακόλουθα, η κατάργηση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 263 Α περ. Δ’ του ΠΚ είχε ως επακόλουθο, για το διάστημα από 7-4-2014 μέχρι 10-5-2014 και για τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, στα οποία υπάγονται και οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί του ν. 2810/2000 “Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις”, που μπορούν να επιδοτηθούν είτε από το Δημόσιο, είτε να χρηματοδοτηθούν είτε από το Δημόσιο είτε διαμέσου Τραπεζών του Δημοσίου (αρθρ. 35 και 36 ν. 28 ί 0/2000), ότι δεν θα εφαρμοζόταν η διάταξη του άρθρου 263 Α ΠΚ, αφού οι υπάλληλοι τους δεν θα θεωρούνταν υπάλληλοι με την έννοια του νόμου. Επίσης η διάταξη αυτή δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί και για όλες τις αναφερόμενες, σ’ αυτήν αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες έχουν καταδικαστεί υπάλληλοι τους μέχρι 7-4-2014 και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με την αρχή της διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ, δηλαδή της αναδρομικής ισχύος του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απάλειψη της. περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, που έχει ως αποτέλεσμα αναδρομικά την άρση του αξιοποίνου της αξιόποινης πράξης μιας ειδικής κατηγορίας κρατικών υπαλλήλων (υπαλλήλων ΝΠΙΔ) ακόμη και για σοβαρές εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο κακουργηματικές πράξεις και η αιτιολόγηση γι’ αυτήν, ότι οφείλεται σε απλή “παραδρομή” του νομοθέτη, δεν αντέχουν στη λογική και υποκρύπτουν συγκεκαλυμμένη αμνηστία, ώστε να αρθεί η ποινική ευθύνη προσώπων της ανωτέρω ειδικής κατηγορίας της περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, κατά των οποίων υπάρχει εκκρεμής κατηγορία ή και καταδίκη, μολονότι κατά το Σύνταγμα αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο (άρθρο 47 παρ. 4 του Συντάγματος). Γι’ αυτό η ανωτέρω διάταξη της υποπαραγράφου ΙE. 12 της παραγράφου ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, με την οποία καταργήθηκε η περιπτ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, είναι αντισυνταγματική και ανεφάρμοστη κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, διότι αντιβαίνει στα άρθρα 47 παρ. 3 και 4 και 26 του Συντάγματος. Επομένως, το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου ορθά έκρινε με το να αρνηθεί να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την ευμενέστερη ανωτέρω διάταξη για τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), ο οποίος καταδικάστηκε ως Πρόεδρος του ΔΣ του Αγροτικού Συνεταιρισμού …, υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263 Α του ΠΚ, για παράβαση καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση (αρθρ. 98, 259 ΠΚ) σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Στη συνέχεια πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ΣΤ’ Ποινικο Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφανθεί επί της υπ’ αριθμ.30/2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Μ. και να προχωρήσεις στην έρευνα του δεύτερου λόγου της υπ’ αριθμ.31/2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον οποίο έχει επιφυλαχθεί και πλήττει με αυτόν το αθωωτικό σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος, Η. Τ. του Ν., Π. Ψ. του Κ. και Γ. Π. του Α., για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση….”.

Η αντίθετη Εισαγγελική Πρόταση έχει ως εξής:

“Το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθμ. 415/2016 απόφασή του, κάνοντας δεκτή την αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεσε την προσβαλλόμενη, ως άνω, απόφαση, κατά την αθωωτική της διάταξη για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Ωσαύτως, με την ίδια απόφασή του έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, ως αντισυνταγματικός, ο επιεικέστερος για τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο Χ. Μ. νόμος και συγκεκριμένα η υποπαράγραφος ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/7.4.2014, με την οποία καταργήθηκε το εδάφιο δ’ από το άρθρο 263Α του ΠΚ. Μετά ταύτα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 1756/1988 και 3 παρ. 3 του Ν. 3810/1957, όπως οι παράγραφοι του πρώτου από τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 16 παρ. 1 του Ν. 2331/1993 και 3 παρ. 6 του Ν. 2479/1997, αντιστοίχως, παρέπεμψε την υπ’ αριθμ. 30/2014 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί αν η απάλειψη του εδαφίου δ’ από το άρθρο 263Α του Π Κ, με την υποπαράγραφο ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του ν. 4254/7.4.2014, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος, επιφυλασσόμενο ως προς την έρευνα του δεύτερου λόγου της υπ’ αριθμ. 31/6-10-2014 αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο πλήττεται το αθωωτικό σκέλος της αυτής, ως άνω, προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος “1. η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια’ οι αποφάσεις Τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού” . Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος “4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα”. Εξάλλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος “…3. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. 4. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή αμνηστίας είναι πάντοτε μεταγενέστερη της πράξης στην οποία αφορά, ανατρέχει αναδρομικά στην τέλεση αυτής, επιφέρει οριστική αναστολή της εφαρμογής του ποινικού νόμου ως προς τη συγκεκριμένη αυτή πράξη και εκμηδενίζει το έγκλημα που τελέσθηκε. Με την αμνηστία ο νομοθέτης επιδιώκει τον κατευνασμό των παθών και την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας και της κοινωνικής γαλήνης και αυτός είναι ο λόγος που η παροχή της περιορίζεται μόνο στα πολιτικά και όχι στα κοινά εγκλήματα. Με την αμνηστία αίρεται αναδρομικά το αξιόποινο της πράξης και καταργούνται όλες οι τυχόν άλλες συνέπειές της, η ασκηθείσα δε ποινική δίωξη άγεται εν τέλει σε οριστική παύση (άρθρα 310 παρ. 1, 370 ΚΠΔ), χωρίς, όμως, να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης που αμνηστεύεται [ΟλΑΠ 11/2001], Στην προκειμένη περίπτωση, το ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, ότι η διάταξη της υποπαραγράφου ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/7.4.2014, με την οποία απαλείφθηκε το εδάφιο δ’ από το άρθρο 263Α του ΠΚ, δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, ως αντισυνταγματική, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος, διαλαμβάνοντας στην κατά τούτο αιτιολογία τα εξής: “…σελ. 17 έως 25…”. Κατά τη διάταξη του άρθρου 263Α παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την, κατά τα άνω, τροποποίησή της με την απάλειψη της περίπτωσης δ’ , “Για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 42, 243, 245, 246, 252/%^255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 263 ΠΚ, υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13, οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιανδήποτε ιδιότητα: α)…β)…, γ)…και δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις”. Όπως δε σημειώνεται στη σχετική εισηγητική έκθεση του ν. 4254/7.4.2014, σκοπός της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας ήταν “ο περιορισμός της ισχύουσας υπερβολικής διευρύνσεως της έννοιας του υπαλλήλου”, που επήλθε με τον “αποχαρακτηρισμό”, ως υπαλλήλων, όσων υπηρετούν στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα.
Ακολούθως, με το άρθρο 50 του Ν. 4262/10.5.2014, τροποποιήθηκε εκ νέου το άρθρο 263Α Π Κ, με την επανανομοθέτηση της καταργηθείσας, ως άνω, περίπτωσης δ’ με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, ως περίπτωση ε’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 263 Α ΠΚ, διότι, κατά την εισηγητική έκθεση, η συγκεκριμένη περίπτωση παραλείφθηκε από παραδρομή κατά την μεταφορά του άρθρου αυτού, όπως τροποποιείτο, στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο ψηφίσθηκε ως νόμος του Κράτους και έλαβε τον αριθμό 4254/2014. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υποπαραγράφου ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/7.4.2014, με την οποία απαλείφθηκε το εδάφιο δ’ από το άρθρο 263Α του ΠΚ, δεν υπόκειται αντισυνταγματικότητα του νόμου, δεδομένου ότι η επιλογή της θέσπισης, αντικατάστασης, τροποποίησης ή κατάργησης νόμων, μεταξύ των οποίων και αυτοί που περιέχουν ποινικές διατάξεις, εναπόκειται στη βούληση και την κρίση του νομοθέτη, στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης διάκρισης των εξουσιών. Αλλ’ ούτε και από το περιεχόμενο της συνοδεύουσας αυτόν εισηγητικής έκθεσης προκύπτει ότι υποκρύπτεται αμνηστία, αφού η διεύρυνση ή περιορισμός της αυθεντικά προσδιοριζόμενης, δηλαδή απευθείας από το νόμο, έννοιας του “υπαλλήλου” ανήκει αποκλειστικά στη διακριτική λειτουργική ευχέρεια του νομοθέτη. Η μεταγενέστερη παρέμβαση του νομοθέτη, ο οποίος έσπευσε, με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, να επαναφέρει την καταργηθείσα, κατά τα άνω, διάταξη, δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την κατάφαση της αντισυνταγματικότητας της διάταξης του προγενέστερου νόμου και συγκεκριμένα της υποπαραγράφου ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/7.4.2014, καθόσον η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο του και όχι από τη συσχέτισή του με το περιεχόμενο άλλων νομοθετικών κειμένων, προγενέστερων ή μεταγενέστερων της επίμαχης διάταξης, * . όπως στην προκείμενη περίπτωση. Αλλ’ ούτε και ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, προσφέρεται για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, αφού το στοιχείο αυτό, εκτός του ότι δεν συνάπτεται με τον προγενέστερο, αλλά ανάγεται στα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το μεταγενέστερο νόμο, από την ψήφιση μάλιστα του οποίου ανέκυψε και ο σχετικός προβληματισμός, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει ενδεικτικό κριτήριο για τη διακρίβωση υποκρυπτόμενης αμνηστίας που παρασχέθηκε με τις διατάξεις του προηγούμενου νόμου, το περιεχόμενο του οποίου, ως είχε, ουδόλως παρέπεμπε σε τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλ’ ούτε και το γεγονός ότι στην εισηγητική έκθεση δεν διαλαμβάνεται σκέψη που να δικαιολογεί την περί ης ο λόγος κατάργηση της περίπτωσης δ’ και την τύχη των εκκρεμών δικογραφιών, ως μέτρο αντεγκληματικής πολιτικής ή αποσυμφόρησης των φυλακών, μπορεί να τεκμηριώσει αντισυνταγματικότητα του νόμου, αφού σαφώς αναφέρεται ότι με τη συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση επιδιώκεται ο περιορισμός της υφιστάμενης υπερβολικής διεύρυνσης της έννοιας του “υπαλλήλου”, ενώ ως προς τη διαδικαστική εξέλιξη των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά και τις επιβληθείσες ποινές για τα διαπραχθέντα συναφή εγκλήματα, δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε πρόβλεψη, με δεδομένο ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 2 ΠΚ. Η διάταξη που τέθηκε στη θέση της καταργηθείσας περίπτωσης δ’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 263 Α ΠΚ, σύμφωνα με την οποία θεωρούνται ως “υπάλληλοι” όσοι υπηρετούν σε διάφορους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποτελεί ουσιαστικά διεύρυνση του κύκλου των ευθυνόμενων προσώπων, διότι στα πρόσωπα αυτά είχε ήδη προσδοθεί η ιδιότητα του υπαλλήλου, σύμφωνα με το περιεχόμενο διεθνών Συμβάσεων με αντικείμενο τη διαφθορά, που υπογράφηκαν και κυρώθηκαν από την Ελλάδα με διάφορους νόμους και η σχετική προσαρμογή στην ελληνική νομοθεσία ήταν υποχρεωτική. Βεβαίως, είναι αναμφισβήτητο ότι με την κατάργηση και στη συνέχεια την επαναφορά σε ισχύ της περίπτωσης δ’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 263Α ΠΚ, ευνοούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 ΠΚ, όσοι, θεωρούμενοι μέχρι τότε “υπάλληλοι”, έχουν κατηγορηθεί για την τέλεση υπηρεσιακών εγκλημάτων μέχρι και την 10η Μαΐου 2014, οπότε επαναθεσπίσθηκε, με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014 και άρχισε να ισχύει, ως περίπτωση ε’ του άρθρου 263 Α ΠΚ, η απαλειφθείσα, με την υποπαράγραφο ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, περίπτωση δ’ του άνω άρθρου του ίδιου Κώδικα. Από τη διαπίστωση, όμως, ότι οι συγκεκριμένες επιλογές του νομοθέτη και κυρίως με τον τρόπο που αυτές αποτυπώθηκαν στο νόμο ήταν πράγματι εσπευσμένες, πρόχειρες, δικαιοπολιτικά άστοχες και μη εναρμονισμένες με τις περί δικαίου και ηθικής κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, δεν συνάγεται, άνευ ετέρου, ότι η ανωτέρω διάταξη, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 263Α ΠΚ, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 26 και 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος. Κι αυτό, διότι ο δικαστής έχει την εξουσία και την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, χωρίς, όμως, υπερβαίνοντας τα εκ της διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος όρια του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος πραγματοποιείται με βάση και μόνο το περιεχόμενο του και αποκλειστικά με νομικά κριτήρια, να υποκαθιστά στη λειτουργική του αρμοδιότητα το νομοθέτη. Άλλωστε, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 25 του ν. 2721/1999 και 1 παρ. 1 στοιχ. β’ του ν. 1240/1982, των οποίων το ζήτημα της τυχόν αντισυνταγματικότητάς τους δικαιολογημένα απασχόλησε, λόγω του περιεχομένου τους, την Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που αποφάνθηκε αρνητικά με τις υπ’ αριθμ. 11/2001 και 672/1982 αποφάσεις της, αντιστοίχως, το ίδιο, ευνοϊκό για ορισμένη κατηγορία κατηγορουμένων αποτέλεσμα, κατά το άρθρο 2 ΠΚ,είχε η κατά καιρούς τροποποίηση διάφορων ποινικών νόμων, όπως η προσθήκη, με το άρθρο 68 του ν. 4139/2013, στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 235 ΠΚ, της φράσεως “δε συνιστά δωροδοκία η απλή υλική παροχή προς έκφραση ευγνωμοσύνης”, η οποία απαλείφθηκε και αυτή με την υποπαράγραφο ΙΕ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 ή η αύξηση, με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, του απαιτούμενου ελάχιστου χρηματικού ορίου για τη θεμελίωση του αξιοποίνου της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, από το ποσό των 50.000 σε εκείνο των 100.000 ευρώ. Επίσης, προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και οι ρυθμίσεις του άρθρου 25 παρ. 1 και 2 του ν. 4055/2012, με την αναπροσαρμογή των ποσών (προκειμένου για την κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης από το υπερβαίνον τις 15.000 σε αυτό που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ και αναφορικά με το αντικείμενο της πράξης, το συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία, από το υπερβαίνον τις 73.000 σε αυτό που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ), που μετέβαλαν το χαρακτήρα σημαντικών αξιόποινων πράξεων, όπως της δωροδοκίας βουλευτών, νομαρχιακών, δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων και μελών αυτοδιοικητικών συμβουλίων ή επιτροπών αυτών (άρ. 159 ΠΚ), της πλαστογραφίας (άρ. 216 παρ. 3 ΠΚ), της ψευδούς βεβαίωσης (άρ. 242 παρ. 3 ΠΚ), της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία (άρ. 256 περ. γ’ ΠΚ), της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρ. 258 περ. γ’ ΠΚ), της κλοπής (άρ. 374 περ. ε’ ΠΚ), της [κοινής] υπεξαίρεσης (άρ. 375 παρ. 1 εδ. β’ και 2 εδ. β’ ΠΚ), της απάτης (άρ. 386 παρ. 3 ΠΚ) και της [κοινής] απιστίας (άρ. 390 ΠΚ), με αποτέλεσμα τη μετάπτωσή τους από ιδιαίτερα διακεκριμένες σε κοινές περιπτώσεις εγκληματικής συμπεριφοράς και κατά κανόνα την εξάλειψη του αξιοποίνου τους, λόγω παραγραφής. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να κριθεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου Σας ότι η υποπαράγραφος ΙΕ-12 της πρώτης παραγράφου του άρθρου πρώτου του ν. 4254/7.4.2014, με την οποία καταργήθηκε η περίπτωση δ’ του άρθρου 263Α του ΠΚ, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος και ακολούθως να αναπεμφθεί η υπόθεση στο ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα του Δικαστηρίου Σας, ώστε να αποφανθεί σχετικά επί της υπ’ αριθμ. 30/2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Μ. και να προέλθει στην έρευνα του δεύτερου λόγου της υπ’ αριθμ. 31/2014 αιτήσεως αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την οποία έχει επιφυλαχθεί…”.

Scroll to Top